Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδίκησης – Ο φάκελος που διέλυσε μια φιλία τριάντα χρόνων

Ξέρεις, δεν πίστευα ποτέ ότι θα φτάσω να διηγούμαι κάτι τέτοιο, αλλά σαν να θέλω κάπου να τα πω, να βγουν αυτά που κουβάλησα μέσα μου τόσο καιρό. Ήταν μια ιστορία που, όσο κι αν την σκέπαζα, πάντα έβρισκε τρόπο να με ξύνει από μέσα, να με κρατά ξύπνιο τα βράδια. Δεν ήταν τίποτα φανταχτερό, τίποτα συγκλονιστικό. Ήταν καθημερινό, συνηθισμένο, και ίσως αυτό το έκανε ακόμη πιο βαρύ. Ήταν εκείνη η προδοσία που σου τρώει τα σωθικά, που έρχεται από κάποιον που θεωρούσες δικό σου άνθρωπο.

Ο Γιώργος, φίλος από τα παλιά, παρέα γερή από σχολείο. Απ’ αυτούς που λες “ο αδερφός που δεν είχα”. Μεγαλώσαμε μαζί, βγήκαμε, γελάσαμε, κλάψαμε, τα ήπιαμε στις γιορτές. Πέρασαν τριάντα και βάλε χρόνια παρέας, βρε.

Λοιπόν, πάμε πριν τρία χρόνια, 2021, Αθήνα. Εποχή περίεργη: κορονοϊός, δουλειές δύσκολες, κόσμος λίγο χαμένος. Εγώ είχα ξεκινήσει κάτι δικό μου, ένα καφέ στου Ψυρρή. Όνειρο ζωής – ζόρια μεγάλα και πολλή φθορά, αλλά στημένο όπως το ‘χα φανταστεί. Ο Γιώργος, πάλι, έκανε δουλειές… λίγο του ποδαριού, λίγο “ευκαιρίες”. Πάντα με τη δικαιολογία, “έτσι είναι σήμερα τα πράγματα ρε φίλε, όλοι μια τύχη ψάχνουμε”.

Ένα βράδυ που ήρθε να μου πιάσει κουβέντα στο μαγαζί, κάθισε στο σκαμπό και – πώς το φέρνει ο λόγος – άρχισε να μου λέει για μια “ευκαιρία”. Ένα καινούριο μαγαζί, είπε, που ήθελε να ανοίξει, αλλά δεν είχε τα κεφάλαια. Ζήτησε να του δανείσω ένα ποσό, μικρό σχετικά για ‘μένα τότε, μεγάλο για κάποιον μισθοσυντήρητο. “Θα στα γυρίσω δυο φορές πίσω σε τρεις μήνες, έχω άνθρωπο, έχω σχέδιο”, τέτοια μου ‘λεγε. Ξεχνιέται η ιστορία μας; Ξεχνιούνται τα χρόνια; Όχι, είπα. Ο μόνος όρος: η κουβέντα μας να μείνει μεταξύ μας. Δανεικά αντρικά. Έβγαλα, του έδωσα. Ούτε χαρτί, ούτε τράπεζα, τίποτα. “Σε εμπιστεύομαι”.

Κι εδώ ξεκινά το παραμύθι. Τον πρώτο μήνα άφαντος. Τον δεύτερο μου τηλεφωνεί, κάνει τον απασχολημένο, τάζει πάλι ουρανούς. Μετά άκουσα από άλλους ότι τελικά το μαγαζί δεν άνοιξε ποτέ. Τα λεφτά μου, εξαφανισμένα. Τα μηνύματά μου αραχνιασμένα στο κινητό του. Πήρα το παιχνίδι χαμπάρι αργά – και όσο το κατάλαβα, καθόμουν βουβός, ντροπιασμένος που με έπιασε κορόιδο άνθρωπος που νόμιζα φίλο. Από λύπη και θυμό, αρρώστησα. Δεν ήταν τόσο το ποσό· ήταν το γ@μημένο το δέσιμο που κομματιάζουν στα μουλωχτά.

Πέρασε καιρός. Ο Γιώργος κυκλοφορούσε πάλι στις γνωστές μας παρέες, χαμογελούσε, έκανε ότι δεν τρέχει τίποτα. Κάθε φορά που τον έβλεπα, έσφιγγα τα δόντια, ρουφούσα τσίπουρο και κράταγα το στόμα κλειστό. Οι υπόλοιποι δεν ήξεραν τίποτα. Από μένα, δεν μάθανε ποτέ κουβέντα – είχα πει μέσα μου “ή τον ξεγράφεις, ή το γυρίζεις”. Όμως μου άναβε μια φλόγα. Πιο πολύ ήθελα να του πάρω πίσω τον σεβασμό, όχι τα λεφτά. Να τον δω, έστω για μια στιγμή, εκεί που με άφησε, λίγο μόνος του, λίγο ξεκρέμαστο.

Σκέφτηκα, σχεδίασα. Βρήκα τον τρόπο μου. Δεν ήθελα φωνές, δεν ήθελα καυγάδες. Ήθελα τον “κόσμο” του να δει ποιος είναι στ’ αλήθεια.

Έκανα υπομονή και το φθινόπωρο, στα μέσα ενός μεγάλου γλεντιού φίλων, έπαιξε το τελικό χαρτί. Είχα οργανώσει στο μαγαζί μου μια βραδιά με παλιούς και νέους της παρέας. Ο Γιώργος, πάντα ψώνιο για τα βλέμματα, είχε φέρει εδώ κι εκεί γνωστούς του για εντύπωση. Όλα καλά, ποτά, μουσικές, φωνές· μα κάποια στιγμή έριξα τη βόμβα μου. Στο κέντρο της παρέας, χαλαρά, σχεδόν σαν αστείο, ξεκίνησα να λέω ιστορίες απ’ τα παλιά. Ιστορίες με φίλους, προδοσίες, χαμένα λεφτά και χαμένες φιλίες. Κάθε φορά που κατέληγα στις λέξεις “εντιμότητα” και “εμπιστοσύνη”, τον κοίταζα στα μάτια λίγο παραπάνω από το κανονικό. Δεν είπε τίποτα, αλλά τα χρώματα του προσώπου του άλλαζαν σιγά-σιγά. H αμηχανία ερχόταν και έφευγε στα χαμόγελα των άλλων – απόρησαν, κάποιοι κατάλαβαν, άλλοι απλώς σιώπησαν.

Κατά τη μισή βραδιά, άφησα ένα φάκελο πάνω στο τραπέζι του. Ένα χαρτί μέσα, που έλεγε: “Άλλοι χτίζουν όνομα μέσα στα χρόνια… άλλοι το χαλάνε σε μια νύχτα. Τα χρωστούμενα κοντά στη φιλία είναι ό,τι πιο ακριβό έχει ο άνθρωπος. Σου εύχομαι να το βρεις.”

Την άλλη μέρα, ήρθαν δυο τρεις και με ρώτησαν “τι παίχτηκε με τον Γιώργο;”. Εγώ, πάλι, απλά χαμογέλασα. Από ‘κείνη τη νύχτα άρχισαν αργά-αργά να απομακρύνονται απ’ τη ζωή του φίλοι και γνωστοί. Ποιος κατάλαβε ακριβώς τι, ποιος όχι, μικρή σημασία έχει. Ο Γιώργος βρέθηκε χωρίς “πλάτες”, χωρίς φώτα – με μια αμηχανία χαραγμένη πια στο πρόσωπο.

Από εκείνη τη βραδιά δεν ξαναμίλησα για δανεικά ή παλιά φιλίες ούτε έπιασα κουβέντα για τον Γιώργο. Δεν ήθελα να τον διαλύσω, απλώς να φανεί αυτό που έγινε. Κι ας μην ξαναγυρίσουν ποτέ τα λεφτά – γύρισα εγώ τον εαυτό μου στην ησυχία του. Ο καθένας πήρε τη θέση του.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.

You might also like