Ιστορίες Εκδίκησης – Ο Κωνσταντίνος, το αρχείο και η μέρα της δικαίωσης
Το θέμα με τις πληγές που σου ανοίγουν οι δικοί σου άνθρωποι είναι ότι δεν φαίνονται πολύ απ’ έξω. Εσύ τις κουβαλάς μέσα σου, σ’ ένα μέρος που δεν το πιάνει κανείς, αλλά όσο περνάει ο καιρός σε πονάει όλο και πιο πολύ. Κάπως έτσι ήταν για μένα με τον Κωνσταντίνο, χρόνια πίσω, στην παλιά μου δουλειά σε μια μικρή διαφημιστική στην Κυψέλη – ας πούμε γύρω στο 2012.
Εγώ τότε, νέος, φιλότιμος και άβγαλτος εντελώς, έπιανα δουλειές που δεν ήθελε κανείς – τους λογαριασμούς, το αρχείο, μέχρι να στήσω και site μόνος μου προσπάθησα. Ο Κωνσταντίνος ήτανε πιο παλιός, γνώριζε τους πάντες και έδειχνε φιλικός, του τύπου που σου δίνει χτύπημα στην πλάτη και σε φωνάζει «φιλέ». Του δίνω λοιπόν και εγώ από μόνη μου εμπιστοσύνη γιατί μου έμοιαζε και πατρικός, τάχα.
Στην αρχή, ήμουν ευτυχισμένος που μπορώ να μαθαίνω. Ώσπου ένα πρωινό, έρχεται το αφεντικό και μου τραβάει ταυτόχρονα τα αυτιά: «Ποιος έστειλε τα λάθος banners στον πελάτη; Ποιος έκλεισε συμφωνία χωρίς να πάρει έγκριση;» Είχα πάθει μούδιασμα – ούτε banners είχε αναλάβει, ούτε συμφωνία είχα κάνει από μόνος μου. Μα ο Κωνσταντίνος αργότερα πήρε το μέρος του αφεντικού, υπέγραφε ξεκάθαρα ότι εγώ τα είχα διαλύσει όλα.
Στην αρχή τον έκανα πέρα για πέρα φίλο. Του ζήτησα εξηγήσεις, το προσπέρασε με αστεία, έκανε ότι δεν κατάλαβε. Μόλις κατάλαβα ότι είχε μάθει να ρίχνει ευθύνες σε άλλους για να μην φανεί ότι δεν έπαιρνε δουλειά στα σοβαρά, κατάπια τη γλώσσα μου. Δεν είπα σε κανέναν. Κράτησα μέσα μου τον θυμό και συνέχισα – είχα ανάγκη τη δουλειά βλέπεις. Την μία εβδομάδα μετά την άλλη, γινόταν το ίδιο πράγμα: ένα λάθος, μια καθυστέρηση, και πάντα ο Κωνσταντίνος ήταν κάπου αμέτοχος, πάντα εγώ σκύλος απολογούμαι. Τα βράδια γυρνάω σπίτι και σφίγγω τα δόντια. Σα να έχανα την αξιοπρέπειά μου μέρα με τη μέρα.
Κατέληξα να παρατηρώ, πλέον, πώς μιλούσε, πώς πήγαινε να τον καλύψει το αφεντικό, πώς πρόβαλλε σε άλλους τις δικές του κακοδιαθεσίες. Κάθε μέρα κρατούσα ένα μικρό ημερολόγιο, όχι στο τετράδιο, στο μυαλό μου: ποια projects του έσωζα, πότε έκανε το ίδιο «λάθος» με άλλον, ποιόν παραμύθιαζε. Δεν μίλησα σε κανέναν, έκανα υπομονή, περίμενα, έβαζα άμυνες στη δουλειά μου. Ένα-ένα, προσπαθούσα να μην του δίνω χώρο να με κατηγορήσει ξανά. Εκείνος δεν το κατάλαβε.
Το πράγμα είχε φτάσει στο απροχώρητο, όταν πήρε μια μεγάλη καμπάνια της εταιρίας και φυσικά, έβαλε εμένα να κρατάω τα γραφεία, τις κλήσεις, ακόμα και να ντύνω την παρουσίαση που ετοίμαζε δεξιά κι αριστερά για τα αφεντικά – ο ίδιος εξαφανισμένος μεσημέρια, χρόνια τώρα, «έξω σε ραντεβού». Ήταν τότε η πρώτη φορά που το αφεντικό με ρώτησε ευθέως, αν όντως εγώ κάνω σχεδόν όλα στη θέση του. Εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το πολυσκεφτώ, του είπα μόνο: «Γράφω σε αρχείο τις εργασίες και τα παραδοτέα όλης της ομάδας, να έχουμε διαφάνεια». Δεν έριξα κατηγορία καμία, μόνο τα στοιχεία.
Τον επόμενο μήνα, η μεγάλη καμπάνια σκάλωσε άσχημα. Ο Κωνσταντίνος, όπως πάντα, άφαντος. Το αφεντικό έρχεται στο γραφείο μου κι εγώ, με ψυχραιμία, ανοίγω το αρχείο και του δείχνω ποιος έχει στείλει τι και πότε. Κάθε στάδιο, κάθε μέιλ, κάθε παρουσίαση είχε παραπομπή: το δικό του όνομα, τι ανέλαβα εγώ, πότε έστειλα τι. Ούτε ένα λάθος δικό μου. Το αφεντικό το βλέπει, δεν λέει τίποτα, απολύτως τίποτα, με κοιτάζει μόνο στα μάτια. Εγώ σιωπηλός, το μόνο που σκέφτηκα ήταν «τώρα είναι η στιγμή του».
Δεν χρειάστηκε να μιλήσω καθόλου – απλά τον έστησαν στη γωνία στα επόμενα meetings, τον ρώτησαν μπροστά σε όλη την ομάδα για εργασίες που ποτέ δεν έκανε. Δεν φώναξα, δεν κατηγόρησα, δεν είπα «σας τα ‘λεγα». Απλώς βγήκε στην επιφάνεια όλη η αλήθεια. Τον είδα σιγά-σιγά να μαζεύει τα πράγματά του με ύφος πληγωμένου. Δεν χαιρέτησε. Την επομένη δεν ήρθε στη δουλειά.
Στην αρχή αισθάνθηκα κάτι ανάμεσα σε ανακούφιση και ντροπή – ανακούφιση γιατί, επιτέλους, αποκαταστάθηκε η αλήθεια, ντροπή για όλα αυτά που δέχτηκα χωρίς να μιλήσω. Όμως αυτό κράτησε ένα βράδυ. Από τότε, κάθε φορά που βρίσκομαι σε δουλειά και πάει να γίνει το ίδιο παιχνίδι, έχω μάθει: δεν κράζω, δεν φωνάζω, αλλά έχω τους λογαριασμούς μου καθαρούς και τα μάτια μου ανοιχτά.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.
