Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή ανατροπή της Σπυριδούλας

Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη μέρα, λες και έχει σκαλιστεί κάπου βαθιά πίσω από το κεφάλι μου. Δεν έγινε κάτι θεαματικό, τίποτα από αυτά που βλέπεις σε ταινίες ή διαβάζεις σε φτηνά μυθιστορήματα εκδίκησης. Όχι, το δικό μου βγήκε σαν ήρεμο ρυάκι που σκάβει τον βράχο σιγά-σιγά, μέχρι που φτιάχνει χαράδρα.

Ήταν Σεπτέμβρης του ’18, στη δουλειά. Δούλευα σε λογιστικό γραφείο, ήσυχη ζωή, κάθε μέρα τα ίδια, άνθρωποι που άντε να ανταλλάξουν δυο κουβέντες στον καφέ. Τότε είχε έρθει καινούρια συνάδελφος, η Δώρα. Όμορφη με το κλασικό στιλ της «ξέρεις με ποιους κάνεις παρέα», γελαστή όταν ήθελε, απόμακρη όταν δεν τη βόλευε. Εγώ, ψιλομοναχικός τότε, έκανα τα δικά μου και δεν έμπλεκα. Η Δώρα, όμως, είχε άλλο σχέδιο.

Ένα διάστημα, με πλησίαζε συχνά. Σε ρωτάει για κάτι «χαζό», για τα εκκαθαριστικά, κάνει πως χάθηκε σε ένα αρχείο και σε ρίχνει στην κουβέντα. Στην αρχή το χάρηκα, λέω, ωραία, να πεις και μια κουβέντα παραπάνω. Σιγά-σιγά, όλο και κάτι μικρό άφηνε να πέσει, κάτι σαν να χτίζει εικόνα για μένα στους υπόλοιπους. Όλα στην πλάκα: «Άσε, μην το δώσεις στη Σπυριδούλα, θα της πάρει μισή μέρα – χαχαχα». Μαζεύονταν, γελούσαν. Κάθεται η Δώρα, αντιγράφει δουλειά δική μου και όταν μπερδεύεται, το ρίχνει σε εμένα: «Η Σπυριδούλα τα άφησε έτσι. Πώς να τα βγάλω πέρα;» Μικρά, διακριτικά τσιμπήματα, τίποτα που να το πεις καταγγελία στη διευθύντρια.

Η κορυφή; Ένα μεσημέρι στον καφέ – έχει φροντίσει να είναι όλοι μαζί, κάνει πως λέει κάτι τυχαία και τους αφήσει να πιστέψουν ότι εγώ κλέβω ώρες από τη δουλειά. Δυο φράσεις μόνο. Από ‘κείνο το μεσημέρι, άρχισαν να με κοιτάζουν αλλιώς. Ξέρεις την αίσθηση, το νιώθεις στο βλέμμα: που δεν σε εμπιστεύονται, που σε θεωρούν «μπουζουκομάνα», ότι πας να τους κοροϊδέψεις. Εγώ, που πάντα ήμουν ίσια και καθαρή.

Δεν είπα τίποτα. Όταν με ρώτησαν, ούτε προσπάθησα να αποδείξω τίποτα. Το κράτησα μέσα μου. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να φύγω τότε – να τα παρατήσω. Αλλά δεν έχεις πάντα την πολυτέλεια. Πήρα απλά μια ανάσα, μάζεψα κομμάτια και τους άφησα να πιστεύουν ό,τι ήθελαν. Έβλεπα τα τηλέφωνά τους, τους ψιθύρους τους, μεγάλωσε μια οργή, αλλά δεν ήξερα ακόμη τι να την κάνω.

Τους επόμενους μήνες, δεν ξέρω αν με έσωσε η πείνα, η αξιοπρέπεια ή αυτό το πείσμα που βγαίνει μόνο όταν έχεις φάει αρκετές κλωτσιές για να θες να ξανασηκωθείς. Έκοψα κουβέντες, δούλευα ήσυχα, μελετούσα τα πάντα. Άρχισα να προσέχω πώς κινούνται ορισμένοι, πότε μπαίνει η Δώρα, πότε βγαίνει, ποιον έχει δίπλα της και τι αφήνει να εννοηθεί κάθε φορά. Πρόσεξα πως αυτή ξεχνούσε κάτι εκκρεμότητες, πέρναγε προθεσμίες, έχανε μικρά αλλά σημαντικά κομμάτια δουλειάς. Και φταίχτης δεν ήταν κανένας άλλος ποτέ – απλά κάποιο λάθος στη διαδικασία, κάποια «γράφει λάθος το πρόγραμμα» ή «η Σπυριδούλα κατέγραψε άλλη ώρα».

Χωρίς να πω λέξη, μάζευα ήσυχα αποδείξεις. Τύπωσα emails, σημείωσα ημερομηνίες, άφησα ό,τι σχετικό είχε κάνει η ίδια (όχι εγώ!). Κάθε φορά που μου είπε «μπορείς να το υπογράψεις για μένα, θα πάω πιο αργά σήμερα;», της χαμογελούσα και έλεγα «άστο, θα το κάνω εγώ τη Δευτέρα». Μου άφηνε, φυσικά, το χαρτί, και εγώ το αρχειοθετούσα να φαίνεται καθαρά ότι έμεινε ατελείωτο. Όταν μπροστά στους άλλους είχε θέμα με πελάτη, δεν επενέβαινα. Ηχηρή απουσία. Έβλεπα πώς ζοριζόταν, πώς κάποιες μέρες επέστρεφε ταραγμένη, αλλά το κρατούσε καλά.

Είχα μάθει να περιμένω. Όταν ο διευθυντής – που κι αυτός είχε αρχίσει να με κοιτάει με μισό μάτι – κάλεσε μια μέρα όλο το γραφείο για να ρωτήσει ποιος είχε αφήσει δυο σημαντικές υποθέσεις στον αέρα, κράτησα το στόμα μου κλειστό και απλά πρόσφερα τον φάκελο. «Να δω μόνο ποιος έχει αναλάβει το φορολογικό του Κοσμά», είπε. Του έδειξα το email, γραμμένο από αυτή, με το όνομά της καθαρά. Δεν είπα κουβέντα, δεν άφησα κανέναν να ακούσει την φωνή μου. Εκείνη κατάλαβε αμέσως – το είδε στο βλέμμα μου.

Η συνέχεια ήταν αργή, σχεδόν βασανιστική – για εκείνη. Καμιά φορά η σιωπή σού δίνει δύναμη που δεν το φαντάζεσαι. Άρχισε να μπλέκεται στα πόδια της, να ξεχνάει ραντεβού, να τα βγάζει πέρα μόνη της γιατί κανείς πια δεν ήθελε να την βοηθήσει «για να μην μπλέξει». Το γραφείο γύρισε εις βάρος της. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτα, όσο κι αν ήθελα να βγάλω φωνή. Έβλεπα απλά πώς μαζεύονταν οι ψίθυροι γύρω της – αλλά τώρα ήταν αληθινοί. Δεν είχε πια παρέα στον καφέ, κανείς δεν κάλυπτε τα λάθη της. Και εγώ, ήσυχα, είχα γυρίσει στα «κανονικά» μου, ούτε θύμα ούτε ένοχη στα μάτια τους. Ό,τι λόγια κυκλοφορούσαν πια, δεν με άγγιζαν.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, η Δώρα δεν είναι πια σ’ αυτό το γραφείο. Εγώ το έχω αφήσει προ πολλού – βρήκα κάπου που να πιάνει τόπο ο κόπος σου χωρίς να μετράει κανείς τις αναπνοές σου. Καμιά φορά, όταν σκέφτομαι τη Δώρα, το στομάχι μου κάνει μια ελαφριά αναγούλα, αλλά δεν το χαίρομαι όπως νόμιζα. Πήρα μια δικαίωση κι ας ήταν πικρή. Έμεινα ο εαυτός μου, πέταξα τη βρωμιά πίσω.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Σπυριδούλα.

You might also like