Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Η ομαδική σιωπηρή τιμωρία του Μάνου στο ψητοπωλείο του Παγκρατίου

Ξέρεις, μερικά πράγματα δεν τα ξεχνάς. Κι όσο κι αν λες «εντάξει, το αφήνω πίσω», μένουν μέσα σου σαν μια μικρή πέτρα στην τσέπη—σ’ ενοχλεί, αλλά δεν φαίνεται απέξω. Έτσι νιώθω κάθε φορά που θυμάμαι τι μου έκανε ο Μάνος, το αφεντικό που είχα κάποτε σ’ ένα μαγαζί στο Παγκράτι. Ήταν το 2018—στα 34 μου, μετά από μια σειρά κουτσοδούλια, έπιασα δουλειά σε αυτό το ψητοπωλείο. Δεν ήμουν κανάς πιτσιρικάς, μα πάνω στην ανάγκη, λες κι ό,τι δουλειά και να ‘βρισκα, έλεγα ναι.

Ο Μάνος… ψηλός, γυαλιστερό κεφάλι, πάντα έλεγε ένα ανέκδοτο παραπάνω, αλλά από δουλειά, ποτέ δεν έβαζε χέρι. Γραβάτα—μπλα μπλα—λογαριασμούς, μα στην πραγματικότητα, όλη μέρα κρυφοκοίταζε τις σερβιτόρες ή μέτραγε πόντους σ’ όποιον του μιλούσε. Κι εγώ είχα μπει δυναμικά στην κουζίνα, να πάρω καμιά ανάσα. Κόψιμο σαλατικά, ψήσιμο—μίλησε μ’ αυτόν, φτιάξε το άλλο… Προσπαθούσα να ‘μαι κύριος. Μου ‘λεγε κι ο Μάνος, «Βλέπω, ρε Χρήστο, είσαι φιλότιμος, ε; Θα το’ δεις στην τσέπη». Ε, και νόμιζα πως θα το δω.

Πέρασαν μήνες. Έλα όμως που την πρώτη τρικλοποδιά δεν την έφαγα σε δίσκο, αλλά στον μισθό. Να σου λέει, «κάτι δεν πήγε καλά φέτος, κάνε λίγο κράτει κι εσύ», να σου κόβει δέκαρικα επί δέκαρικου—και τα πουρμπουάρ στις υπόλοιπες. Όταν άρχισα να ρωτάω, τα γέλια του μεγάλωναν. «Δεν γουστάρεις; Φύγε», μια μέρα μπροστά σε όλους. Ταπείνωση σκέτη, άνθρωπέ μου, κι ένιωσα σαν πρωτάρης, μπροστά σε πιτσιρίκες και πελάτες. Δε μίλησα—μόνο κατάπια, έδεσα τη γλώσσα κόμπο.

Κράτησα αυτή τη λύσσα μέσα μου. Δεν με ενδιέφερε πια ούτε τα λεφτά, ούτε τα πουρμπουάρ—ήθελα να τον δω να λιώνει εκείνος. Δεν είναι ότι ήμουν κανένας Άγιος, αλλά όταν ο άλλος σου βγάζει το ψωμί από το στόμα και το κάνει πλάκα, δε γίνεται να συγχωρήσεις. Έριξα το κεφάλι, έκανα πως σκύβω, όποτε περνούσε από κοντά μου, σιώπη. Έπαιζα τον καλό.

Άφησα τη χρονιά να περάσει. Δούλευα μηχανικά, κοίταζα τα ρολόγια, νόμιζα πως κάθε μέρα ήταν τελευταία. Μα είχε κάτι μες στα μάτια του—κείνο το βλέμμα που έχουν αυτοί που νομίζουν ότι τους ανήκουν όλα. Και μια μέρα, αργά ένα βράδυ μετά τη δουλειά, πίναμε τις τελευταίες μπίρες με δυο συναδέλφους. Κάποια στιγμή, ο Παύλος—ένας ήσυχος τύπος της κουζίνας—άρχισε να μιλάει για τις «μαύρες υπερωρίες» και τα «άλλα φαγητά» στο μαγαζί. Ρώταγα σιγά σιγά, μαζεύω πληροφορίες.

Έμαθα λοιπόν ότι ο Μάνος είχε βάλει ονομαστικά την κάβα στο όνομα του αδελφού του, είχε κρυφές συμφωνίες με τους προμηθευτές. Πάνω απ’ όλα, έκανε κάτι πιο χοντρό—κρατούσε τα χαρτιά από όλους τους εργαζόμενους (ΑΜΚΑ, ΕΦΚΑ—όλα), χωρίς λόγο. Ήξερα ότι κάποιους τους κρατούσε με το φόβο—όποιος μίλαγε, τέρμα μεροκάματο.

Δεν ήθελα να κάνω καταγγελία. Ποτέ δεν συμπάθησα τις ανώνυμες καρφωτές. Ήθελα, όμως, να δει τι σημαίνει να σου γυρίζουν την πλάτη όλοι, να μην ποντάρει σε κανέναν. Άρχισα να μιλάω χαμηλόφωνα στους υπόλοιπους—στις αλλαγές, στα διαλείμματα, στο τέλος κάθε βάρδιας. «Πόσα σου χρωστάει;», «Τα ένσημά σου τα είδες ποτέ;». Πρώτα δεν μιλούσαν. Μετά τα πρόσωπα σκυθρωπά, ώσπου μια μέρα η Ελένη, μικρότερη από μένα, ξεσπάει κι αυτή. «Άμα δεν μιλήσουμε όλοι, άλλαξε αφεντικό εσύ…». Έγινε σιγά σιγά κύκλος η συζήτηση. Δεν το φωνάζαμε, αλλά όλο και περισσότεροι παρατηρούσαν τα ίδια.

Πέρασαν μέρες, οι ψίθυροι μεγάλωναν, το ψυγείο ήταν πια τόπος εξομολογήσεων. Μια μαζική απόφαση ήρθε σχεδόν σιωπηλά. «Κανείς στο μαγαζί την Κυριακή»—το μεγαλύτερο βράδυ, όταν το μαγαζί βούλιαζε. Συμφωνήσαμε όλοι οι μάγειρες και οι τρεις σερβιτόρες. Ούτε τη Δευτέρα. Ούτε την Τρίτη. Τηλέφωνα δεν σήκωνα. Όποιος με έβρισκε, έλεγα απλά «κουράστηκα». Αρχικά έκανε τον μάγκα—«θα φέρω άλλους», αλλά εδώ δεν ήταν εύκολα τα πράγματα: η φήμη για το μαγαζί έχει βαρέσει ταβάνι.

Τις επόμενες μέρες, πελάτες έβλεπαν το μαγαζί άδειο, να έχει κλειστά φώτα με σημείωμα χειρόγραφο—«προσωρινά κλειστό για τεχνικές εργασίες». Είχα ήδη σταλεί CV σε άλλο μαγαζί. Την τελευταία μέρα που πέρασα να πάρω τα χαρτιά μου, τον κοίταξα στα μάτια. Δεν είχε να πει τίποτα—μόνο βλαστημούσε χαμηλόφωνα. Εμείς είχαμε μιλήσει πλέον μεταξύ μας: Δεν σήκωνε να βγει κουβέντα παραέξω, όμως σ’όποιον ήξερε κανείς, φρόντιζε να τα πει όλα. Ένα μήνα μετά, ο Μάνος είχε μείνει με λιγοστές παραγγελίες, έκανε μόνος του τις αλλαγές κι όταν έφερνε μάγειρα, τον έβλεπες να φεύγει στη βδομάδα. Η πινακίδα «Ενοικιάζεται» μπήκε νωρίς Ιούλιο.

Ποτέ δεν κάθισα να τον «τελειώσω» στα δικαστήρια ή να ψάξω για αποζημιώσεις. Άλλαξα και τελείωσε· μα όσο φθηνιάρικο κι αν ακούγεται, εκείνες οι μέρες που ήταν το τηλέφωνό του σιωπηλό κι εγώ ξάπλωνα νωρίς χωρίς άγχος—ήταν η μικρή νίκη μου. Δεν τον μίσησα, αλλά δεν τον ξέχασα ποτέ. Κι ούτε θα τον συγχωρήσω.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.

You might also like