Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το φθινόπωρο που με ένωσε με τη Μαριλένα

Δεν ξέρω πώς να αρχίσω, να σου πω την αλήθεια. Ίσως καλύτερα να ξεκινήσω απ’ το ρημάδι το φθινόπωρο, γιατί τότε έγινε ό,τι έγινε. Δούλευα τότε απογευματινά σ’ ένα μαγαζί – μίνι μάρκετ στη γειτονιά, κλασικά πράγματα, τίποτα το σπουδαίο. Είχα αφήσει τη σχολή στη μέση, όλα μισά, αλλά δεν έχει σημασία. Εκεί, λοιπόν, γνώρισα τη Μαριλένα. Την ήξερα λίγο οπτικά, από πριν, τη βλέπαμε με τα παιδιά όταν καθότανε στα διπλανά τραπέζια, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο μεταξύ μας. Θυμάμαι τη μέρα που μπήκε πρώτη φορά στο μαγαζί έχοντας τα μαλλιά της μπερδεμένα με μια μαντίλα, γελούσε μόνη της με το κινητό, και μου ’ριξε ένα βλέμμα που στην αρχή το θεώρησα τυχαίο. Ε, αυτό το βλέμμα άλλαξε όλα τα υπόλοιπα.

Δεν ξέρω αν έτυχε γιατί ήταν βράδυ ή γιατί ήμουνα κουρασμένος, αλλά τη ρώτησα έτσι χαμηλόφωνα, μην καταλάβει κανένας, αν θέλει λίγο καφέ που έφτιαχνα. Μου ’κανε νόημα με τα φρύδια της, ένα αδύνατο «ναι», κι ήρθε πίσω απ’ τον πάγκο να ξαναγεμίσω το χαρτάκι της. Τόσο απλό, κι όμως με χτύπησε στη καρδιά. Ξαφνικά ένιωθα να τρέχουν εγώ κι εκείνη μόνοι μας, κανένας άλλος να μη μπαίνει ανάμεσα – σου μιλάω ειλικρινά. Μιλήσαμε λίγο, τα τυπικά, αλλά παρατήρησα πως έτρεμαν τα χέρια της όταν πήρε το φλιτζάνι, κι ήταν λες κι έτρεμα κι εγώ μαζί της. Αυτή η ταραχή, το ξέρεις, όταν σε πιάνει, κάτι γίνεται στα βάθη σου. Θέλησα να τη ρωτήσω περισσότερα, την άφησα, όμως. Ήξερα πως θα ξανάρθει.

Πράγματι, ξαναήρθε. Ήχε βρέξει δυνατά εκείνη τη μέρα, έβγαλε την κουκούλα της και γέμισε το μαγαζί με τον κρύο αέρα από έξω. Κάθισε σε μια γωνιά, κι εγώ κάθε φορά που έκλεινα τα παγωμένα ψυγεία, την κοιτούσα, χωρίς να θέλω να το καταλάβει. Μια τέτοια βραδιά, προς το κλείσιμο, ήρθε και κοντά μου, δήθεν για τσιγάρα. Πήρα θάρρος – δε γίνεται αλλιώς – και της πρότεινα να φύγουμε παρέα αφού σχολάσω, «να περπατήσουμε λίγο να φύγει το κρύο», της λέω. Δεν είπε τίποτα καλό ή κακό. Μόνο χαμογέλασε και μ’ ακολούθησε.

Εκείνο το περπάτημα θα το θυμάμαι όσο ζω. Δεν είπαμε τίποτα στην αρχή, μόνο η βροχή μύριζε ακόμα πάνω της, κι ένα άγχος που του έδωσα χώρο. Ήμασταν δυο ξένοι που ξαφνικά ένιωθαν σαν να αναγνωρίζονται από παλιά. Περπατήσαμε μέχρι ένα παρκάκι, όλα βρεγμένα, βρήκαμε ένα παγκάκι κάτω απ’ το κιόσκι και κάτσαμε δίπλα-δίπλα, όμως δεν κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον. Έβγαλε ένα τσιγάρο κι άναψε, μου το ’δωσε κι εμένα – ξένο πράγμα αυτό, άλλο στόμα, αλλά εκείνη τη στιγμή το ήθελα. Ένιωσα τη ζεστασιά της ανάσα της, άκουγα την καρδιά μου στα αυτιά μου. Έσκυψε κοντά μου και μ’ ακούμπησε ελαφρά στον ώμο, μια κίνηση αθώα αλλά κι όλο υποσχέσεις. Ανακάτεψε τα μαλλιά της, σιγά-σιγά, σαν να ήθελε να πει κάτι σημαντικό, αλλά δεν έβγαινε μιλιά.

Κοίταξα τα χέρια της – λεπτά, όμορφα, και τυλιγμένα γύρω από το πακέτο των τσιγάρων. Ένα βλέμμα μας κράτησε, λες και μιλούσαμε μ’ αυτό μόνο. Προσπάθησα να μετρήσω πόσα δευτερόλεπτα κράτησε εκείνη η σιωπή, μα δεν γίνεται αυτό. Της είπα τελικά: «Το νιώθεις, ε; Δεν είμαι μόνο εγώ.» Έγνεψε σχεδόν αόρατα. Εκείνη τη στιγμή, νομίζω και οι δυο καταλάβαμε πως ό,τι κι αν συνέβαινε, θα μας πήγαινε κάπου αλλού, μακριά απ’ όλα τα “πρέπει”, τα “μη”.

Γέρνει προς τα μένα, το κεφάλι λίγο πιο πίσω, τα μάτια της βουτηγμένα στο σκοτάδι του φαναριού – και τότε την έπιασα από το χέρι, έτσι αθόρυβα όπως πάει ο άνθρωπος να γλιστρήσει σ’ ένα όνειρο. Τα δάχτυλά της ανατρίχιασαν στη δική μου παλάμη. Δεν χρειάστηκαν λόγια, ούτε μεγάλα, ούτε μικρά. Όλα ήταν εκεί, στις κινήσεις μας. Με φίλησε πρώτη. Δεν ήταν φιλί-φωτιά, ήταν ήσυχο, αλλά το ένιωσα ως μέσα στα κόκαλα. Πώς να στο πω; Σαν να ξεκλείδωσε κάτι που φύλαγα χρόνια.

Ξέρεις όταν σου ακουμπάει κάποιος το μάγουλο με τα δικά του δάχτυλα και σου ψιθυρίζει τόσο σιγά που νομίζεις ότι το φαντάστηκες; Έτσι μου έκανε. Σαν να με ευχαριστεί ή να μου λέει συγγνώμη για κάτι που δεν πρόλαβε να συμβεί πιο νωρίς. Όταν σηκωθήκαμε, γύρισε και με κοίταξε σαν να περίμενε μια δέσμευση. Δεν είπα πολλά – μ’ ένα βλέμμα τα είχα πει όλα. Εκείνο το βράδυ περπατήσαμε λίγο ακόμα, χωρίς να κρατιόμαστε πια. Τη συνόδεψα σπίτι της, χωρίς να βιαστώ για το «παρακάτω». Εκεί έξω, στο πεζοδρόμιο, ανταλλάξαμε κι άλλο φιλί, πιο σίγουρο τώρα, αυτά που δεν ξέρεις αν θα ‘ρθουν δεύτερη φορά στη ζωή.

Την άλλη μέρα, στο μαγαζί, χαμογελούσαμε διακριτικά κι όποιος ήξερε, κατάλαβε. Εκείνες οι μέρες πέρασαν γρήγορα, με λίγη βροχή, με λίγη αγωνία – σαν όλα να σταματούσαν για λίγες ώρες, κάθε φορά που βρισκόμασταν. Το σφίξιμο στο στήθος, τα αντίο πριν φύγει, τα βλέμματα που κράταγαν μέχρι να κλείσει η πόρτα πίσω της. Μαζί δεν ήμασταν στ’ αλήθεια, δεν τολμήσαμε να βάλουμε όνομα σ’ αυτή τη σχέση, αλλά ήξερα πως όταν μ’ άγγιζε, ήμουν εκεί, ολόκληρος.

Ήρθαν μέρες που δεν ξαναβρεθήκαμε με τον ίδιο τρόπο. Οι ρυθμοί γύρισαν πίσω στη ρουτίνα, εκείνη δούλευε αλλού, εγώ άλλαζα βάρδιες… Ήξερα, όμως, πως καμία άλλη, ούτε πριν ούτε μετά, δεν με κοίταξε έτσι – δεν “γίναμε”, θέλω να σου πω, αλλά ζήσαμε κάτι λοξό και βαρύ. Το σκέφτομαι καμιά φορά: μπορεί να μην κατέληξε πουθενά, να ήταν ένα από αυτά τα άγρια σκιρτήματα που σε βρίσκει στα σκοτεινά, αλλά, ξέρεις, ήταν­ αρκετό. Μου έμεινε η μνήμη. Εκείνη η σιωπή και το άγγιγμα. Μ’ αυτό πορεύτηκα παρακάτω.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.

You might also like