Ερωτικές Ιστορίες – Το κυριακάτικο πρωινό στο μπαλκόνι με την Κατερίνα
Έπινα καφέ στο μπαλκόνι εκείνο το κυριακάτικο πρωί, μισοκοιμισμένος ακόμα, όταν χτύπησε το κουδούνι. Δεν περίμενα κανέναν, αλλά ήξερα αμέσως ποια ήταν. Η Κατερίνα. Την τελευταία φορά που την είχα δει, ήμασταν μια μικρή παρέα στο σπίτι μου, και μιλούσαμε μέχρι αργά. Θυμάμαι πως έκαιγε το βλέμμα της – ένας χαμός μέσα στα μάτια της, τα μισόλογα, ένα γέλιο που έσπαγε το πάτωμα στα δύο. Εκείνο το βράδυ, όταν έφυγαν όλοι, μου χάιδεψε το μπράτσο στα κρυφά, αλλά δεν είπαμε τίποτα.
Εκείνο το πρωί τη βρήκα στην πόρτα με τα μαλλιά της ακόμη βρεγμένα, φόραγε ένα παλιό μπλουζάκι και τζιν, κι αυτό το χαμόγελο, το λίγο-ξερό αλλά τόσο αληθινό. “Ξυπνάς έτσι νωρίς;”, μου λέει. “Για σένα, πάντα”, της απαντάω χωρίς να το σκεφτώ.
Μπήκε μέσα ήσυχα, έκατσε στη μεγάλη καρέκλα στο μπαλκόνι κι άναψε τσιγάρο. Έφερε το πακέτο, το χτύπησε δυο φορές στην παλάμη της, όπως πάντα, κι εγώ την κοίταζα που άναβε. Τα χέρια της έτρεμαν λίγο απ’ το κρύο. Έκανα πως χαζεύω τον δρόμο, αλλά ήταν αδύνατο να τα βάλω με την ένταση που είχε φέρει μαζί της. Δεν ξέρω πώς, αλλά κάθε φορά που ήμασταν στο ίδιο δωμάτιο, μ’ έκανε να ασφυκτιώ απ’ την ανάγκη μου να τη ρωτήσω αν σκέφτεται ό,τι σκέφτομαι κι εγώ.
Δεν άργησε να σπάσει τη σιωπή. “Θυμάσαι τι μου έλεγες προχθές, πριν φύγουμε, για τα εφηβικά καλοκαίρια;” Κούνησα το κεφάλι. “Τίποτα δεν αλλάζει ποτέ στ’ αλήθεια”, της είπα. Με κοίταξε ίσια, μ’ αυτό το βλέμμα που ψάχνει να βρει αν λες αλήθεια ή κάνεις πλάκα. Άπλωσε το χέρι και μου άγγιξε το πρόσωπο, τόσο μαλακά, σαν να μ’ ήξερε από πριν, απ’ όταν όλα ήταν εύκολα και απλά. Δεν μιλήσαμε άλλο για λίγο. Άκουγα μόνο τις ανάσες μας και κάτι πουλιά μακριά.
Το χέρι της έμεινε στο μάγουλό μου, και χωρίς λέξη, ήρθε πιο κοντά. Ο κόσμος μου μίκρυνε, έγινε ένας μικρός κύκλος: εγώ, εκείνη, το άρωμά της, η ζέστη της ανάσας της. Είχε αυτή τη μυρωδιά από καλοκαίρι και πέτσα. Άπλωσα το χέρι και της έπιασα απαλά τον καρπό. Έτρεμε. Κι εγώ τα ίδια, αλλά δεν άλλαξα τίποτα, την κοίταζα στα μάτια να δω αν το θέλει κι εκείνη. Είχε μια λύσσα, ένα παράπονο στο βλέμμα, αλλά δεν λύγισε. Ήρθε ακόμη πιο κοντά και ένωσε τα χείλη της με τα δικά μου, πρόχειρα στην αρχή, σαν να φοβόταν. Της ψιθύρισα “μη φοβάσαι” και την αγκάλιασα.
Η πρώτη εκείνη επαφή ήταν σαν ηλεκτρισμός. Στα πρώτα δευτερόλεπτα σφιχτήκαμε βαθιά, λες και βρήκαμε μια πόρτα ανοιχτή κάτω απ’ την πόλη. Το φως στο μπαλκόνι φιλτράριζε πάνω στα πρόσωπά μας, στις γραμμές απ’ το γέλιο και τις στεναχώριες μας. Δεν είχα νιώσει τόσο κοντά με άνθρωπο εδώ και χρόνια. Κάναμε σιωπή, κι ύστερα μιλήσαμε πάλι, πολύ χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, λες και φοβόμασταν μην ξεφύγει το όνειρο.
Με ρώτησε τι θυμάμαι απ’ τα εφηβικά φιλιά. Γέλασα – είχα ξεχάσει τη θέρμη, την ανησυχία, την αμηχανία. Αλλά τίποτα πάνω της δεν ήταν αμήχανο, μόνο γεμάτο λαχτάρα και μια πίκρα απ’ τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να τολμούμε αυτό που θέλουμε στ’ αλήθεια. Σηκώθηκε κι έκατσε στα γόνατά μου, έβγαλε το μπλουζάκι όπως βγάζει κανείς το παλιό του δέρμα και μείναμε αγκαλιασμένοι ώρα. Τα χέρια και τα χείλη μας γύριζαν στα ίδια σημεία, ξανά και ξανά, σαν να παίρναμε πίσω χαμένο χρόνο.
Ήμασταν εκεί, δυο άνθρωποι που το είχαν ανάγκη, που δεν λυποψυχούσαν πια. Δεν υπήρχε τότε σωστό ή λάθος. Ο αέρας, τα φώτα, ακόμα κι η παλιά καρέκλα πια έτριζε σαν να το ’θελε κι εκείνη. Όλα ρολόι, όλα κανονικά και σωστά, σαν θαύμα που γίνεται – αν και δεν το λες ποτέ θαύμα από ντροπή.
Μετά, μείναμε σιωπηλοί για λίγο, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι, και μ’ ένα χαμόγελο βουβό. Άπλωσα το χέρι και της χάιδεψα την πλάτη· το δέρμα της ζεστό και ήρεμο. Γύρισε, με κοίταξε στα μάτια, κάπως αλλιώς τώρα. Κάτι είχε αλλάξει, κι ας μη μίλησε κανείς γι’ αυτό.
Σηκώθηκε ήσυχα, φόρεσε το μπλουζάκι της και άναψε τσιγάρο. Εγώ την κοιτούσα σχεδόν τρυφερά, σκεφτόμουν ότι, αν αυτό δεν είναι άνθρωπος, τότε τι αξίζει στ’ αλήθεια; Δεν είπαμε μεγάλα λόγια, δεν κάναμε σχέδια. Εκείνη χαμογέλασε με το μισό της στόμα, “Πάω να φύγω τώρα”, μου λέει, “αλλά θα ξαναέρθω, το ξέρεις, έτσι;” Κούνησα το κεφάλι μου μόνο. Δεν χρειαζόταν κάτι παραπάνω.
Άκουσα τα βήματά της στη σκάλα, ένιωθα το σώμα της ακόμα πάνω μου, τον ιδρώτα μας, τα γέλια, όλα. Πήρα μια ανάσα, ήπια μια γουλιά καφέ, που είχε πια κρυώσει, κι όμως όλο μου το στήθος καιγόταν. Δεν ήξερα αν θα την ξαναδώ, αλλά για εκείνη τη στιγμή, ήταν αρκετό που έμεινε το άρωμά της στα χέρια μου.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.
