Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό χάδι της Γαλλίδας στο νησί

Ε, να σου πω… Είναι μερικές στιγμές στη ζωή που δεν ξέρεις αν πρέπει να τις πεις ή να τις κρατήσεις μέσα σου. Σαν να είναι κάτι δικό σου, τόσο δικό σου που φοβάσαι μην το χαλάσεις αν το βγάλεις παραέξω. Αλλά να σου πω την αλήθεια, αλλιώς δεν θα ησυχάσω αν δεν τα βγάλω από μέσα μου. Και για όποιον ακούει, μπορεί να βρει εκεί μέσα κάτι δικό του, ποιος ξέρει.

Λοιπόν, ήταν το καλοκαίρι που είχα πιάσει δουλειά σε μια μικρή ταβέρνα σε νησί. Έμενα πάνω από το μαγαζί, κάτι δωμάτια παλιά, με ανεμιστήρα που έκανε τρελό θόρυβο και τα κουνούπια πιο δυνατά από το ραδιόφωνο. Όλη μέρα γινόμουν ένα με τον ιδρώτα και τα καμένα τηγάνια. Το βράδυ, κάναμε όλοι ένα τσιγάρο στην αυλή, γελούσαμε, μιλούσαμε τις καψούρες μας.

Εκείνη ήρθε δυο βδομάδες πριν το δεκαπενταύγουστο. Ξένη, αλλά όχι τουρίστρια – μέχρι και στο βάδισμα της φαινόταν. Γαλλίδα, μου είπε αργότερα, αλλά μίλαγε αρκετά καλά ελληνικά, και μ’ ένα χαμόγελο που έσκαγε σαν ήλιος το πρωί. Παραγγέλνει μπύρα, κάθεται μόνη στη γωνία με ένα βιβλίο ανοιχτό – μόνο που δεν το κοίταζε. Εμένα παρακολουθούσε, το κατάλαβα. Είναι αυτό το τριαντάρι βλέμμα που στοχεύει λίγο παραπάνω απ’ όσο νομίζεις πως σε παίρνει.

Την πρώτη φορά, μου χαμογέλασε όταν πήγα να της μαζέψω το άδειο ποτήρι. “Μπορείς να μου φέρεις νερό;” με ρώτησε σιγά, και το ‘πε τόσο απαλά που λες και με χάιδευε κάπου ανάμεσα από το αυτί και το λαιμό. Ένα απλό νερό, λέει… Εγώ σάστισα – κι ας λένε ότι τα παιδιά που δουλεύουν σε τουριστικά τα έχουν δει όλα. Όχι αυτό. Ήταν αλλιώς.

Επόμενες μέρες, ερχόταν κάθε σούρουπο, κάθονταν πάντα στο ίδιο τραπεζάκι, έπιανε συζήτηση μαζί μου. Ένα βράδυ, είχε μείνει το μαγαζί άδειο νωρίς. Εγώ σκούπιζα το πάτωμα, εκείνη καθόταν και έπλεκε έναν κότσο τα μαλλιά της. Το φως από το δρόμο έπεφτε πλαγίως, έκανε τα χέρια της να φαίνονται ζεστά, σχεδόν χρυσαφένια.

“Έρχεσαι να κάτσεις λίγο μαζί μου;” μου λέει ξαφνικά. Βγάζω την ποδιά, πλένω τα χέρια και πάω. Σιγά τα αυγά, μια μπύρα ακόμη. Αρχίσαμε να μιλάμε για μουσικές – γαλλικά τραγούδια εκείνη, ρεμπέτικα εγώ. Με κοίταζε όταν μιλούσα, αλλά όχι στα μάτια, στα χείλη. Λες και άκουγε καλύτερα έτσι. Της άρεσε να μαθαίνει καινούριες λέξεις, με ρώταγε συνέχεια πώς λέμε “αφή”, “ανάσα”, τέτοια.

Σ’ ένα σημείο, βγήκαμε στην αυλή, να καπνίσουμε ένα τσιγάρο. Το βράδυ μυρίζει γιασεμί, τα γριλια στα παράθυρα μισάνοιχτα, και αυτή φορούσε μια μπλούζα φαρδιά, ό,τι πρέπει να κρύβεις ή να αφήνεις να φανεί ό,τι θέλεις. Καθόμασταν κοντά, τόσο που έβλεπα τις φακίδες της. Είχε και μια ουλή κάτω απ’ το πηγούνι. “Ποδήλατο, όταν ήμουν μικρή”, μου είπε χαμογελώντας. Εγώ έβαλα το χέρι μου κοντά της, δεν την άγγιξα αμέσως – μόνο άφησα τα δάχτυλα εκεί, σαν να ‘χω δικαίωμα να επιστρέψω αν το θελήσει.

Δεν μίλησε. Αλλά γύρισε λίγο το κεφάλι και τώρα με κοίταζε στα μάτια. Κι εκεί, ό,τι κατάλαβα, το κατάλαβα από τις σιωπές, όχι απ’ τα λόγια. Το τσιγάρο της έσβησε σχεδόν ολόκληρο ανάμεσα στα δάχτυλα χωρίς να το καταλάβει.

Δεν ξέρω ποιος έκανε την αρχή – ίσως και οι δύο μαζί, ίσως ήταν αναπόφευκτο, σαν να τραβάει το φεγγάρι τα νερά. Την άγγιξα πρώτος, στα μαλλιά, αργά, να μην την τρομάξω. Έσκυψε το κεφάλι πάνω μου, ένιωσα την αναπνοή της στο σβέρκο μου. Κι όλο αυτό το ζεστό, το σχεδόν ιερό, που γίνεται ένα φιλί και μετά γίνεται χέρια και ανάσες, όλα λίγο-λίγο, σχεδόν σαν να φοβόμασταν μην ξυπνήσουμε κάποιον θεό που μας έβλεπε.

Εκείνο το βράδυ δεν έγινε εκείνο που φαντάζεσαι – δεν ήμουν σίγουρος ούτε εγώ αν ήθελα να τελειώσει έτσι. Ήταν πιο ωραία να το κρατήσεις, να φύγεις λίγο πριν ολοκληρώσεις το έργο. Το επόμενο βράδυ, ξανά, και το μεθεπόμενο. Κάθε φορά λίγο πιο κοντά, λίγο παραπάνω να μένει το άγγιγμα, να μεγαλώνει η ανάσα, να μην τελειώνει το πρώτο φιλί, να γίνεται ένταση που σου κόβει τα πόδια.

Σκηνές κρατάω – πως άγγιζα το σβέρκο της και ρίγωνε, πως γελούσε χαμηλόφωνα στα γαλλικά όταν την πείραζα, πως άνοιγαν τα μάτια της μεγάλα, αθώα και επικίνδυνα μαζί. Μια φορά με πήρε απ’ το χέρι και με τράβηξε στο ερειπωμένο εκκλησάκι πίσω απ’ το χωριό. Καθίσαμε στα σκαλιά, και εκεί, μέσα στη νύχτα και την υγρασία, πρώτη φορά με φίλησε κανονικά, με όλο της το στόμα, μέχρι να μην υπάρχει τίποτα άλλο στον μικρόκοσμο μας.

Ξέρεις τι είναι το πιο περίεργο; Ότι όσο πιο κοντά ερχόμασταν, τόσο μεγάλωνε μέσα μου η αγωνία μην τελειώσει όλο αυτό. Και φυσικά, έφυγε. Ένα πρωινό, ήρθε και μου είπε σχεδόν ψιθυριστά “φεύγω αύριο, θα σε θυμάμαι”, και μου ‘δωσε ένα χαρτάκι με κάποιες λέξεις γραμμένες στα γαλλικά. Δεν ρώτησα τι σημαίνουν. Το φύλαξα στο πορτοφόλι μου. Κάποιες φορές, το βγάζω και το κοιτάζω ακόμα – λίγο να νιώσω πάλι εκείνη την ανάσα, το ζεστό φως στην αυλή, τα βράδια που μυρίζαν γιασεμί και έσταζε η λαχτάρα από το δέρμα μας.

Δεν σε νοιάζει αν κράτησε ή όχι – σε νοιάζει ότι έγινε, ότι είχες κάτι ζωντανό, κάτι άγριο και τρυφερό μαζί, να σε στοιχειώνει κάθε που μυρίζει το βράδυ καλοκαίρι και δεν σ’ αγγίζει κανείς όπως εκείνη.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.

You might also like