Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό φιλί με τη Λένα στη Νέα Σμύρνη

Δεν είμαι από κείνους που τους λες διαχυτικούς – μάλλον το αντίθετο δηλαδή. Δεν μου αρέσουν τα πολλά λόγια, ούτε μ’ έβρισκες ποτέ να λέω μεγάλα… Το μεροκάματο μου στην οικοδομή, και καμιά φορά με την παρέα μου στο καφενείο, αυτά ήξερα, αυτά έκανα. Έλα όμως που η ζωή πάντα κάτι κρατάει, λίγο κρυφό, για να σου το πετάξει μπροστά σου όταν και όπου δεν το περιμένεις…

Να, πριν δυο χρόνια ήταν, ντάλα ζέστη Ιούλη, και δούλευα στη Νέα Σμύρνη σ’ ένα έργο που ‘χε πολλές μέρες ακόμη ως να τελειώσουμε. Εκεί ήρθε αυτή. Η Λένα. Η ανιψιά του μαστρο-Μήτσου. Ναι, καλά διάβασες, του ίδιου Μήτσου που σέρνει το μπελά με το χιούμορ του και τα τσιγάρα του. Η Λένα, λοιπόν, έμενε μαζί τους προσωρινά γιατί είχε χωρίσει, λέει, και ήθελε να κάτσει λίγο να κάνει το κεφάλι της.

Τη γνώρισα μια μεσημέρι. Είχαμε μόλις σταματήσει, ιδρωμένοι μέχρι το κόκαλο, καθόμουν να ξεκουραστώ πάνω σ’ ένα τσουβάλι τσιμέντο, δυο μέτρα δίπλα απ’ το φορτηγάκι τους. Σκάει η Λένα μ’ ένα ταψί κεφτεδάκια στο χέρι, χαμογελάει σ’ όλους και λέει “να φάτε, παιδιά, μη σας μαλώσω, θα λιποθυμήσετε στη ζέστη έτσι που είστε!”. Εγώ σαν να σκάλωσα – δεν ξέρω, ήταν η φωνή της, τα μάτια της που κάναν σαν να γελούσαν κι αυτά… Δίπλα σε όλα, είχε μια κίνηση, λίγο απ’ το γοφό της, λίγο το χέρι που έσκουπιζε τον ιδρώτα στο μέτωπό της, κι εγώ είχα μείνει να κοιτάω χωρίς λόγια.

Εκείνο το μεσημέρι, ήρθε κάθισε δίπλα μου με τον δίσκο και με γέμισε ταψί. Χωρίς πολύ-πολύ να το καταλάβω, είχαμε πιάσει κουβέντα – για το τίποτα δηλαδή, αλλά ήταν αυτό το τίποτα… Ξέρεις. Κοίταγμα, σιωπηλό. Γελούσε που μιλούσα και καλά σοβαρός κι όμως κάθε λίγο μου έριχνε μια ματιά στα χείλη. Ρώτησε για το μπαμπά μου, για τη μάνα μου, για το χωριό. Κι εκεί που της έλεγα τα δικά μου, την κοίταξα λίγο πιο πολύ. Την κατάλαβε την αμηχανία μου – αυτή χαμογέλασε, ανεπαίσθητα, αλλά, πώς να το πω… ήταν χαμόγελο που άναβε κάτι μέσα μου, ένιωθα κάτι να σπάει λίγο στο στήθος.

Από κείνη τη μέρα, η Λένα κάθε μεσημέρι περνούσε φαινομενικά “να μας φέρει κάτι”. Πότε ταψί, πότε καφέδες, πότε φρούτο κομμένο. Οι άλλοι το πήραν πρέφα, τα γέλια και τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν, μέχρι που μας άφηναν συχνά-πυκνά μόνοι στο πλατύσκαλο, με τρόπο τάχα ξεκάρφωτο.

Εκείνος ο Ιούλης πέρασε σιγά. Βράδιαζε, έβρισκα πάντα αφορμή να κάνω μια βόλτα προς το σπίτι του Μήτσου – να της αφήσω, λέει, φίλτρα για τον καφέ ή να δω αν θέλει κάτι απ’ το μπακάλικο. Μια νύχτα, την πέτυχα στο μπαλκόνι – εγώ απ’ τη γειτονιά της φώναξα “καλησπέρα”, τάχα αδιάφορος. Με φώναξε πάνω για ένα δροσερό. Μέσα στο σπίτι μύριζε βασιλικός.

Τότε ήταν που πρώτη φορά κάτσαμε σιωπηλοί κάμποση ώρα. Δεν ξέρω πώς μπλέκτηκαν τα δάχτυλά μας στο τραπέζι – θυμάμαι μόνο ότι με κοιτούσε έτσι, κατευθείαν. Κάποια στιγμή, σήκωσε το χέρι και πέρασε τα δάχτυλα απ’ το μέτωπό μου – “έχεις ιδρώτα, κάτσε να σε σκουπίσω”, μου είπε έτσι τρυφερά, και νόμιζα θα μου κοπούν τα πόδια. Οι σκιές απ’ το μπαλκόνι παίζανε στους τοίχους, και μέσα στην ησυχία μπορούσα ν’ ακούσω μόνο τις ανάσες μας. Το βλέμμα της έμεινε πάνω στα χείλη μου – θα έλεγα ότι ήμασταν δυο παιδιά, αν δεν ήξερα πως η δουλειά μας είχε σκληρύνει. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή ένιωθα σαν να μην ήξερα τίποτα για τίποτα.

Πρόσεξα ότι δάγκωσε λίγο το χείλι της, σαν να κράταγε κάτι βαθιά μέσα, και εκεί έγειρα μπροστά. Το φιλί μας ήρθε αργά, με δισταγμό, ωσότου χαθήκαν όλα γύρω – μόνο το άρωμά της και το απαλό άγγιγμά της. Τα χέρια της με βρήκαν στην πλάτη, τα δικά μου στο μάγουλό της. Δεν υπήρχε ταβάνι, δεν υπήρχε σπίτι, παρά μόνο αυτό το μαλακό φως, το μισόσβηστο, το χλιαρό βράδυ που έξω άναβε το τρίξιμο των τζιτζικιών. Το φιλί τραβήχτηκε, δεν βιαστήκαμε, μιλούσαμε με τα μάτια – μ’ αυτά τα σκούρα μάτια της που ζύγιζαν και περίμεναν.

Ό,τι έγινε εκείνο το βράδυ, έμεινε υφασμένο ανάμεσα σε χαμόγελα και σιωπές πολλές, αγγίγματα που δεν είχαν να κάνουν τόσο με το σώμα, όσο με το μέσα μας. Δεν το πειράξαμε πολύ, δεν βιαστήκαμε, μην το τρομάξουμε – κάθε ανάσα, κάθε χάδι ήταν απάντηση σε ερώτηση που δεν ειπώθηκε. Φωτιά σιγανή, απ’ αυτές που δεν καις και θες να καίγεσαι. Ρώτησα μονάχα: “Τι κάνουμε τώρα, Λένα;” Κι αυτή, απάντησε ψιθυριστά: “Ό,τι δεν κάναμε τόσα χρόνια που κοιτάζαμε τη ζωή απ’ το παράθυρο.” Καμιά φορά, ακόμα θυμάμαι εκείνη τη βραδινή δροσιά, και τον ίσκιο της πάνω απ’ το τραπέζι.

Δεν ξέρω αν ήταν έρωτας ή κάτι σαν λύτρωση από τα δύσκολα. Μετά, οι δρόμοι μας μπερδεύτηκαν πάλι – η Λένα άλλαξε σπίτι, εγώ μεταφέρθηκα σ’ άλλο έργο. Αλληλοψαχνόμασταν για καιρό, αλλά η δουλειά μάς τράβηξε. Όμως τα καλοκαίρια από τότε μού μυρίζουν βασιλικό και ιδρώτα. Κι ακόμα καμιά φορά, όταν πίνω καφέ το μεσημέρι μοναχός, πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελάει χωρίς να θέλω.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.

You might also like