Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που δεν ξεθώριασε ποτέ
Δεν ξέρω αν μπορώ να το πω έρωτα αυτό που έζησα εκείνο το βράδυ, αλλά ακόμα και τώρα, χρόνια μετά, το θυμάμαι με μια ζεστασιά στο στήθος, μια τσίτα γλυκιά, ξέρεις… Μια μαγεία που λες πως άντεξε στον καιρό, έστω και σαν ανάμνηση. Ήταν καλοκαίρι, τέλη Ιουνίου, απ’ εκείνα τα βράδια που μένει ο ήλιος ψηλά ενώ η ώρα περνάει, κι η πόλη έχει μια υγρασία βαριά και τα φώτα γυαλίζουν στο πεζοδρόμιο. Ήμουν σε μια αυλή στο Παγκράτι, με φίλους, ψήναμε, γελούσαμε, πίναμε μπύρες – κι από τη διπλανή παρέα, μέσα στο μισοσκόταδο, είδα εκείνα τα μάτια.
Δεν ήταν γυναίκα που την πρόσεχες γιατί ήταν κραυγαλέα όμορφη – είχε όμως αυτό το κάτι που σε τραβάει απ’ το κέντρο σου, ένα χαμόγελο λίγο λοξό, ένα βλέμμα που – δεν ξέρω πώς να στο πω – κουβαλούσε σιγουριά χωρίς να φωνάζει. Πιάσαμε κουβέντα για τα ζώδια, έτσι για την πλάκα, κι αμέσως η αμηχανία έπεσε κάτω. Σε λίγο είχαμε περιοριστεί οι δυο μας στη γωνία της αυλής, ανάμεσα σε μια γλάστρα με βασιλικό και το σκυλί του οικοδεσπότη που χαλάρωνε στα πόδια μας. Το υπόλοιπο της παρέας γινόταν όλο και πιο μακρινό, σαν βουητό που δεν πιάνει το μυαλό σου πια.
Μιλούσαμε και δοκίμαζα να μη φανεί η ταραχή μου – γιατί, να σου πω την αλήθεια, αντί να κουλάρει το πράγμα, όσο πήγαινε κι έπαιρνε φωτιά μέσα μου. Αγγίζαμε τα ποτήρια μας, τα δάχτυλά μας ακουμπούσαν για λίγο, τάχα τυχαία, κι ήταν σαν να με χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα κάθε φορά. Εκείνη μιλούσε χαμηλόφωνα, σχεδόν στο αυτί μου, γελούσε συρτά, κι εγώ ένιωθα πως αν πλησίαζε δύο εκατοστά ακόμα, θα έπεφτε ο κόσμος μου.
Δεν ξέρω πώς, αλλά βρέθηκα να της λέω για τη δουλειά μου, τα στραβά και τα κουλά μου, κι εκείνη με άκουγε σαν να τα ήξερε, σαν να μ’ είχε ξαναδεί από πάντα. Κάποια στιγμή, πήρε το κινητό, έψαξε ένα τραγούδι – παλιό ρεμπέτικο, τραγούδι της Φλέρυς, δεν θυμάμαι ποιο ήταν – και μου είπε “Έλα, σήκω”. Έβαλε το τραγούδι να παίζει από το κινητό, κι άρχισε να χορεύει, να λικνίζεται βασανιστικά, αργά, σχεδόν κολλώντας πάνω μου, και κάπου εκεί, σήκωσε το χέρι και με τράβηξε κοντά.
Ούτε φιλί, ούτε λέξη, μόνο εκείνη η ανάσα της στο λαιμό μου και τα δάχτυλά της που με κρατούσαν, να μη φύγω, να μην αργήσω να νιώσω αυτό που ήθελε να μου δώσει εκείνη τη νύχτα. Δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Όλος ο κόσμος συρρικνώθηκε στα χέρια της που πλέχτηκαν πίσω από το κεφάλι μου, στη μυρωδιά της – κάτι ανάμεσα σε καπνό και γιασεμί. Τα σώματά μας κουμπώσαν σαν κομμάτια πάζλ. Ήμουν μουδιασμένος, αλλά δεν φοβήθηκα. Είχα πολλά βράδια να νιώσω έτσι – αφελής, ανοιχτός, μ’ έναν πόθο που δεν ήθελε να καταλήξει αμέσως. Ήθελε να σταθεί.
Το τέλος της βραδιάς μάς βρήκε να περπατάμε μαζί έως την πλατεία. Η Αθήνα είχε αρχίσει να αδειάζει από κόσμο, κάθε φως στις πολυκατοικίες έσβηνε ένα-ένα κι εμείς λέγαμε “πάμε λίγο ακόμα;” Ανεβαίναμε σκάλες, παίρναμε δρόμους παράξενους, δεν μας ένοιαζε τι ώρα είναι. Σε μια στάση λεωφορείου, καθίσαμε δίπλα-δίπλα, τα γόνατά μας να ακουμπάνε, αυτή να καπνίζει αργά και να γυρνάει ίσα-ίσα το κεφάλι να με κοιτάει. Δεν ανταλλάξαμε πολλά λόγια, μόνο τις ανάσες μας και μερικές υποσχέσεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Κρατηθήκαμε αγκαλιά, εκεί, κάτω από το φως του φαναριού, κι ήταν σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο. Θυμάμαι ακόμα πως πριν φύγει, κοίταξε πίσω, χαμογέλασε και μου ψιθύρισε: “Τα ξαναλέμε… Αφού το ξέρουμε”.
Δεν συναντηθήκαμε ξανά με τον ίδιο τρόπο. Τυχαία μετά από μήνες, σε μια άλλη παρέα, μου πέταξε ένα νεύμα, κάπως πονηρό, σαν να λέει “είμαστε εμείς και ξέρουμε”. Ό,τι κι αν προχωρήσαμε με άλλους από τότε, αυτή η νύχτα έμεινε σαν παράθυρο ανοιχτό, μια υπόσχεση που δεν χρειαζόταν να πραγματοποιηθεί για να κρατήσει νόημα. Σε κάποιον άλλο θα ‘φαινεται απλή ιστορία με μια άγνωστη σ’ ένα αθηναϊκό βράδυ, αλλά για μένα ήταν κάτι που τίποτα δεν το ξεθώριασε.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παναγιώτης.
