Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που γνώρισα τη Μαρίνα

Εγώ, να σου πω την αλήθεια, δεν τα πολυλέω αυτά. Δεν είναι ότι ντρέπομαι, αλλά να, τα κρατάω μέσα μου, σαν μικρές φωτιές που δεν θες να σβήσουν τελείως. Αλλά λένε καμιά φορά, αυτά που σε καίνε, πρέπει να τα βγάζεις – κι εγώ τώρα νιώθω πως ήρθε η ώρα να το πω.

Όλα ξεκίνησαν ένα Σάββατο που δεν ήθελα να βγω. Ένα τέτοιο βράδυ που έξω μυρίζει καλοκαίρι, αλλά εσύ έχεις μέσα σου κάτι βαρύ, λες κι έφαγες πέτρα για βραδινό. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο, «Έλα ρε Βασίλη, έλα μια βόλτα, θα ’ρθει και η Μαρίνα, δεν μας την έχεις γνωρίσει ακόμα». Ήταν ο Αργύρης, ο παιδικός μου φίλος. Καμιά φορά η μοίρα μιλάει από το κινητό, όχι από τα άστρα.

Εντάξει, ντύθηκα πρόχειρα, τζιν και ένα λευκό μπλουζάκι, κι είπα να το ζήσω όπως βγει. Πήγαμε σε ένα μικρό μπαράκι στα Εξάρχεια, αυτά με τα φώτα τα χαμηλά και τα τραπέζια σχεδόν πάνω στο πεζοδρόμιο. Ήρθε κι η Μαρίνα. Δεν ήταν αυτό το «γεια σου, ωραία γυναίκα» που τραβάει τα βλέμματα. Είχε μια αύρα, σαν να περπατούσε δίπλα στη βροχή και να μην βρεχόταν. Καστανά μάτια που γέλαγαν χωρίς να μιλάει, κι όταν μίλησε, η φωνή της είχε κάτι – δεν το πιάνω, αλλά με κέρδισε πριν προλάβω να καταλάβω.

Μιλήσαμε λίγο. Εκείνη πιο πολύ κοιτούσε παρά μιλούσε. Δεν ήταν για πολλά λόγια, ούτε για δήθεν χαχανητά. Απλώς γελούσε όταν έλεγα καμιά ατάκα και με κοίταζε στα μάτια τόσο που ένιωθα να περνάει ρεύμα μέσα μου. Δεν ντράπηκα, πρώτη φορά μου συνέβη αυτό – να μη μου κολλήσει η γλώσσα.

Βγήκαμε όλοι μαζί να πάρουμε αέρα. Κάποια στιγμή, άναψε ένα τσιγάρο κι έγειρε πάνω στο κάγκελο, δίπλα μου. Η νύχτα ζέστη, τα σώματα κοντά. Ένα κορίτσι με αρώματα φτηνού καπνού κι απαλό δέρμα, ένα αγόρι φοβισμένο μπροστά σε αλήθειες που δεν πρόλαβε να πει. Οι άλλοι κάτι λέγανε παραδίπλα, εγώ άκουγα μόνο το δικό της γέλιο, κι όταν γυρνούσε το κεφάλι της, την ανάσα της.

Σαν να μπερδεύτηκαν όλα εκεί, στο πεζοδρόμιο. Εγώ δεν είπα τίποτα, μόνο πλησίασα λίγο, την άγγιξα στον ώμο, υποτίθεται τυχαία. Εκείνη όμως με κοίταξε βαθιά, σαν να ήξερε τι θέλω να πω και περίμενε να το πω. Με είχε διαβάσει από την αρχή.

Γυρίσαμε σπίτι κατά τις 3, οι άλλοι πήγαν για ύπνο γρήγορα. Εμείς μείναμε οι δυο μας στην κουζίνα, ένα παλιό διαμέρισμα με ψηλά ταβάνια κι ένα ψυγείο που βουίζει. Δεν ήμουν σίγουρος αν ήθελε να μείνει ή αν το είχα φανταστεί. Καθίσαμε αντικριστά, χωρίς να μιλάμε – καμιά κουβέντα πια, μόνο βλέμματα. Έτριζε το πάτωμα όταν άπλωσε το πόδι της και ακούμπησε το δικό μου.

Δεν ξέρω πώς, σηκωθήκαμε μαζί, ουσιαστικά χωρίς να το καταλάβουμε, κι ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο, τόσο κοντά που άκουγα την ανάσα της. Δεν τόλμησα να της πιάσω το χέρι, αλλά εκείνη μ’ αγκάλιασε πρώτη. Την κράτησα σφιχτά, μου έβαλε απαλά τα χέρια της στον σβέρκο. Σαν να ήμασταν πάντα εκεί – να το ζούμε, απλά, χωρίς φανφάρες και υποσχέσεις.

Εκείνο το φιλί, είναι αλήθεια, δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Είχε γεύση βραδινού καφέ και τσιγάρο, και κάτι φοβισμένο. Ήταν από αυτά τα φιλιά που σε κάνουν να νιώθεις ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, ότι, όσο κρατάει, τίποτα έξω δεν ακουμπάει.

Μετά πήγαν όλα μόνα τους. Καμιά φορά μια χειραψία, ένα άγγιγμα, κάνουν περισσότερη φασαρία στην καρδιά σου από όλα τα λόγια του κόσμου. Καθίσαμε αγκαλιά στην παλιά πολυθρόνα της κουζίνας, έτσι, πνιγμένοι στη σιωπή. Έβαλα το κεφάλι μου στον ώμο της κι έκλεισα τα μάτια. Νόμιζα θα με πάρει ο ύπνος εκεί, τόσο γλυκά ήταν – αλλά δεν ήθελα να χάσω ούτε λεπτό.

Ανοίξαμε το παράθυρο να μπει δροσιά – τα φώτα της πόλης φώτιζαν τις σκιές της στο δέρμα μου. Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα άλλο εκείνο το βράδυ. Απλώς ήμασταν εκεί, στο ίδιο κάδρο, με το φως του δρόμου να χαϊδεύει τα γυμνά μας χέρια.

Το πρωί ξύπνησα πρώτος. Δεν θυμάμαι καιρό να έχω ξυπνήσει έτσι ήσυχα. Την κοίταζα που κοιμόταν, κι ένιωθα ένα περίεργο αίσθημα γεμάτο νοσταλγία – για κάτι που μόλις είχε γίνει κιόλας μου έλειπε. Σηκώθηκα, έφτιαξα δύο καφέδες και κάθισα απέναντί της μέχρι να ξυπνήσει. Δεν είπα τίποτα, μόνο της άγγιξα το χέρι. Το κράτησε κι ας μην είπε λέξη.

Αυτές οι στιγμές, όσο απλές κι αν φαίνονται, είναι που τις κουβαλάς, χρόνια μετά, και σου ανάβουν φως τις νύχτες που δεν αντέχεις το σκοτάδι.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.

You might also like