Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που γνώρισα την Ελένη στην Πετρούπολη

Ήταν καλοκαίρι, εκείνο το περίεργο καλοκαίρι που για κάποιο λόγο όλοι μέσα μας νιώθαμε λίγο ελεύθεροι και λίγο χαμένοι ταυτόχρονα. Έμενα τότε στην Πετρούπολη, και θυμάμαι ότι τα βράδια μύριζε πάντα γιασεμί, το ‘φερνε ο αέρας απ’ τις αυλές. Κάθε απόγευμα κατέβαινα στην πλατεία, εκεί δίπλα στου Μήτσου το καφενείο, με ένα χέρι στην τσέπη, γιατί έτσι με έμαθε ο πατέρας μου να στέκομαι για να φαίνομαι άνετος – ποτέ δεν έμαθα αν όντως ήμουνα.

Εκεί τα είχαμε τα κλασικά, τα τραπέζια με τους φίλους μου, τα τάβλια, τη φωνή του Νίκου που πείραζε τον κόσμο, τα γέλια, τις μπύρες. Εκείνο το βράδυ, όμως, ήρθε στην παρέα μας η φίλη μιας φίλης, η Ελένη. Κοντά τριάντα ήταν, ψηλή, με εκείνα τα μάτια τα σκούρα που, εντάξει, λες θα με διαβάσει, δεν τη γλυτώνω. Εγώ πάντα τα κάρφωνα τα βλέμματα, αλλά με την Ελένη ένιωθα να τα κατεβάζω πρώτος. Κάποια στιγμή σηκώνω τα μάτια να της πω μια κουβέντα κι αυτή έχει ξαπλώσει την πλάτη ριχτά στην καρέκλα και το μισό πρόσωπό της φωτίζεται, το άλλο το σκεπάζει η σκιά απ’ το μαλλί της. Μου ‘κοψε την ανάσα. Περίμενα ότι θα πει κάτι έξυπνο, κάτι σκληρό, αλλά με ρώτησε τόσο σιγανά, “καπνίζεις;” – και δεν κατάλαβα τι να απαντήσω, λες κι ήθελε να ξέρει τι απ’ όλα θα φανερώσω.

Όλο το βράδυ ένιωθα το βλέμμα της στο πλάι μου, αλλά ποτέ ευθεία. Σαν να με προσκαλούσε σε παιχνίδι που δεν ήξερα τους κανόνες. Στην τρίτη ρετσίνα μου είχε χαλαρώσει λίγο η ντροπή. Της πρόσφερα τσιγάρο, της το άναψα κιόλας, και άκουσα το φίλτρο να τρίζει στα χείλη της. Γέλασε γιατί έκανα νεύμα “άστο, όχι τόσες τζούρες”. Εκείνη τη στιγμή μας κοιτούσαν όλοι, αλλά εγώ δεν έβλεπα κανέναν.

Μείναμε μόνοι, όπως γίνεται, χωρίς να χρειαστεί να το πούμε, όταν οι άλλοι σιγά σιγά φεύγουν, μαζεύουν καρέκλες, παραγγέλνουν “τελευταίο ποτό”. Η Ελένη έπαιζε με το ποτήρι της, το γύριζε πάνω στο τραπέζι κι έκανε ρίγες απ’ το νερό, σαν να ζωγράφιζε. Εμένα η καρδιά μου χοροπηδούσε, αλλά κάλυπτα την ταραχή με αστεία. Μου είπε, “μην κοροϊδεύεις άλλο, άκου λίγο”, κι έγειρε μπροστά, τόσο κοντά που μύριζε κρασί και γαρύφαλλο – ή κάτι βαρύ από άρωμα. Μου είπε για τη δουλειά της στη βιβλιοθήκη, κάτι μικρά κομμάτια απ’ τη ζωή της, κι εγώ έσφιγγα τις παλάμες να μη της πιάσω το χέρι πάνω στη λέξη.

Εκείνο το πρώτο άγγιγμα έγινε όπως συμβαίνουν τα αληθινά: δεν το σκέφτεσαι, σε κυριεύει. Μου λέει “πάμε μέχρι κάτω, να περπατήσουμε;” και φυσικά λέω ναι, χωρίς να ρωτήσω τίποτα. Κατεβήκαμε ως την παλιά γειτονιά στο Μπουρνάζι, περπατώντας δίπλα δίπλα και μιλάγαμε ψιθυριστά, λες κι όσα λέγαμε έμεναν ολόδικα μας. Εκεί, στην αρχή μιας μικρής στοάς, σταμάτησε, ακούμπησε στον τοίχο και με κοίταξε στα αλήθεια. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα μάτια μου, έτσι το ένιωσα.

Δεν υπήρχε ο κόσμος, τα αυτοκίνητα που περνούσαν, ούτε καν η δική μου φωνή. Μόνο το χέρι της που ακούμπησε το σβέρκο μου και το δικό μου χέρι που βρήκε δειλά τη μέση της. Τα χείλη μας βρέθηκαν, το φιλί ήταν σα να μην είχα φιλήσει ποτέ πριν στη ζωή μου — όχι γιατί ήταν το καλύτερο, αλλά γιατί όλο το σώμα μου έτρεμε κι έλεγα, αλήθεια τώρα είμαι εδώ.

Εκείνο το φιλί, μες στη σκιά, μέσα στη σιωπή, κράτησε αιώνες. Κανένας ήχος, μόνο η ανάσα της που τη συνήθισα σιγά σιγά και μετά δεν άντεχα να μην την ακούω. Με ρώτησε, μ’ εκείνο το χαμόγελο που σε κάνει να θες να πεις τα πάντα, “θες να συνεχίσουμε τη βόλτα ή να φύγουμε μαζί;” Και, πίστεψέ με, δεν απαντάς λογικά, δεν μετράς χρόνο, απλώς την πιάνεις απ’ το χέρι κι αφήνεις να σε οδηγήσει.

Περπατήσαμε σιωπηλοί, όχι γιατί δεν είχαμε να πούμε, αλλά γιατί ήμασταν γεμάτοι από αυτό που μόλις είχε γίνει. Ανεβήκαμε στο σπίτι της, μια γκαρσονιέρα μικρή, γεμάτη βιβλία και ένα παλιό πικάπ. Βάλαμε Λοΐζο, μιλήσαμε λίγο εγώ με το κεφάλι μου στα πόδια της κι εκείνη να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Κάποια στιγμή γύρισε πάνω μου, το βλέμμα της ήρεμο, στερεωμένο, σαν να είχε βρει καταφύγιο σε μένα. “Κλείσε τα μάτια”, μου λέει, και το κάνω χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ό,τι έγινε εκείνο το βράδυ δεν βάζει κανείς λόγια να το περιγράψει εύκολα. Ήταν μία ένταση, ένα μούδιασμα, ένα βάρος στο στήθος και μία απόλυτη παράδοση. Ήμασταν δυο σώματα που αναζήτησαν καταφύγιο το ένα στο άλλο. Υπήρχαν στιγμές που σταματούσαμε και κοιταζόμασταν απλώς· σιωπή, βαθιά ανάσα, τα μάτια να μιλάνε. Δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε πολύ. Όλα όσα είχαμε να πούμε, τα είπαμε έτσι. Μια αγκαλιά, μια αφή, λες και γνωριζόμασταν χρόνια, ή λες και δεν θα ξαναβρισκόμασταν ποτέ.

Το πρωί δεν είχε φώτα και τριαντάφυλλα. Ήταν απλά μια δειλή καλημέρα, μια βιαστική γουλιά καφέ, και η ώρα που έπρεπε να φύγω. Στο κατώφλι η Ελένη μου χαμογέλασε, ήρεμη, σίγουρη, “θα τα ξαναπούμε;” με ρώτησε. Δεν απαντήσαμε. Με άφησε, ήρεμη, γυρίζοντας αμέσως στο δωμάτιό της σαν να ήξερε ότι θα ξαναβρεθούμε, αλλά και σαν να μην είχε καμία αγωνία γι’ αυτό.

Πέρασε καιρός, άλλες σχέσεις κι άλλες ιστορίες, αλλά εκείνο το καλοκαίρι, το βλέμμα της στο ημίφως και το πρώτο άγγιγμα στο Μπουρνάζι, έμειναν μέσα μου σαν κάτι που δεν εξηγείς. Σαν μια ανάσα που παίρνεις στο μεσοδιάστημα των λέξεων.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.

You might also like