Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό απόγευμα με τη Μαρίνα
Ξέρεις, δεν έχω συνηθίσει να μιλώ ανοιχτά για τέτοια πράγματα, αλλά κάποιοι άνθρωποι, κάποια βράδια, μένουν μέσα σου. Μη με ρωτάς γιατί. Ίσως είναι το πώς σε κοιτάνε. Ίσως είναι το πώς παγώνει για λίγο ο χρόνος όταν περνάνε δίπλα σου. Τέτοιο πράγμα συνέβη κι εμένα με τη Μαρίνα. Είχα να τη δω χρόνια, από τα παλιά, τότε που πηγαίναμε μαζί σχολείο στη γειτονιά. Και να που ένα μεσημέρι του Μάη, μ’ έναν ήλιο να βαράει τα κεφάλια μας, τη πέτυχα σ’ ένα καφενεδάκι στο Παγκράτι.
Ήταν με δυο φίλες της, γελούσε δυνατά, όπως πάντα. Τα μαλλιά της, ίδια όπως τα θυμόμουν – μαζεμένα σ’ έναν άγαρμπο κότσο, με διάφορες τούφες να ξεφεύγουν, κι εκείνη να μην τη νοιάζει καθόλου. Με είδε, χαμογέλασε πλατιά και μου έκανε νόημα να πάω κοντά.
«Ρε συ, που χάθηκες;» μου πετάει, λες και μιλάγαμε χθες.
Μου ‘φυγε το πρώτο άγχος· τα πόδια μου μόνα τους με πήγαν προς το μέρος τους. Κάτσαμε, τα είπαμε έτσι όπως τα λένε παλιοί γνωστοί που δεν ξέρουν αν έχει περάσει μήνας ή δεκαετία. Η ώρα κύλησε σχεδόν γρήγορα κι ήταν από εκείνες τις σπάνιες ώρες όπου θες να κρατήσουν λίγο παραπάνω.
Κι ύστερα, σα να το ‘χαμε προσυμφωνήσει, φύγανε οι φίλες της κι εμείς μείναμε οι δυο μας. Ιδρωμένοι από τη ζέστη, με τα ποτήρια μας ακόμα μισογεμάτα. Μου λέει:
«Πάμε μια βόλτα; Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα.»
Άφησα λεφτά στο τραπέζι κι όπως σηκώθηκα, το χέρι της ακούμπησε το μπράτσο μου. Τίποτα το ιδιαίτερο – αλλά ανατρίχιασα, να το ξέρεις. Εγώ, που με ξέρουνε για ψύχραιμο και ήσυχο, εκείνη τη στιγμή ένιωσα ολόκληρος ρεύμα.
Φτάσαμε μέχρι την πλατεία. Στην αρχή λέγαμε τα γνωστά, μετά όλα έγιναν σαν να κατέβαζε κάποιος τον ήχο, κι ήμασταν μόνο εμείς, τα βήματά μας, κι αυτή η αόριστη ένταση. Εκεί, στην άκρη ενός παλιού παρτεριού, της έπεσε ένα τσιγάρο από τα χέρια της και χαμήλωσε να το μαζέψει. Το πρόσωπό μας ήρθε πολύ κοντά. Έπιασε τότε το βλέμμα μου. Δεν έκανε πίσω, ούτε εγώ. Υπήρχε αυτό το διάστημα, τα δευτερόλεπτα που όλα μπορούσαν να πάνε αλλιώς. Δεν μίλησα.
Ένιωσα με το βλέμμα της να με τραβάει. Οι ανάσες μας ανακατεύτηκαν, μια ζέστη τρύπωσε ανάμεσά μας, και τότε πλησίασα κι άλλο – τόσο διακριτικά που ούτε εγώ δεν το κατάλαβα. Έβαλα το χέρι μου στη μέση της, να τη στηρίξω τάχα για να μην πέσει. Εκείνη έγειρε πάνω μου.
Δεν είναι τα φιλιά αυτά τα περίεργα, όταν περιμένεις να γίνουν και κάπως φοβάσαι; Έτσι έγινε και το δικό μας. Χαμηλό, γρήγορο, με τα σώματά μας σφιγμένα, σαν να μην ξέραμε τί να κάνουμε. Κάποιος γέλασε από ένα παγκάκι παραδίπλα, κι αυτή η μικρή έκπληξη μας έλυσε, σαν ξόρκι. Τότε, η Μαρίνα με κοίταξε με αυτό το βλέμμα – δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς, βαρύ, σίγουρο, αλλά και λίγο τρομαγμένο.
«Θέλεις να πάμε κάπου αλλού;» μου ψιθύρισε σχεδόν στο αυτί.
Λοιπόν, κι εγώ ο κουλτουριάρης, τάχα σκληρός, έγινα παιδί. Κουνούσα μόνο το κεφάλι μου, να μην ακουστεί φωνή παραπάνω, κι ακολουθούσα. Περπατήσαμε ως το σπίτι της, στον ίδιο δρόμο που πηγαίναμε παλιά ποδήλατο.
Ησυχία στον διάδρομο, ανεβαίναμε βιαστικά. Γύρω όλα πολύ γνώριμα, κι όμως τόσο ξένα τότε. Μπήκαμε στο διαμέρισμά της. Ένα δυάρι παλιό, με βιβλιοθήκες μισοαδειανές, ρούχα εδώ κι εκεί, αφίσες στον τοίχο από συναυλίες. Ένιωθα ξένος, αλλά ταυτόχρονα σα να γύρισα σπίτι. Η Μαρίνα άνοιξε το παράθυρο, να μπει αέρας.
Κάθισε απέναντί μου κι εγώ στάθηκα λίγο αμήχανα, χωρίς να ξέρω τι να πω. Εκείνη έβγαλε τα παπούτσια της, έσυρε τα δάχτυλα στα πατώματα, κι ήρθε σιγά σιγά μπροστά μου. Τα χείλη της είχαν αυτή τη μικρή φουσκίτσα από πριν – πάντα έτσι γελούσε. Μετά, ήρθε πιο κοντά. Τραβήχτηκα λίγο πίσω, αλλά με το χέρι της με κράτησε μπροστά της.
«Δε χρειάζεται να πεις τίποτα,» μου είπε.
Κι αλήθεια, δεν είπα. Απλώς αγγίχτηκαν τα πρόσωπά μας. Τα μάτια μου άρχισαν να σβήνουν μέσα στα δικά της, κι οι ανάσες μας να μπερδεύονται ξανά. Εκείνη έβαλε απαλά τα χέρια της στο λαιμό μου, και μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο, με φίλησε αργά. Ένιωθα όλο μου το σώμα να καίει. Δεν ξέρω αν κράτησε πολύ ή λίγο – μόνο τα φώτα του ήλιου να μπαίνουν απ’ το παράθυρο θυμάμαι, όλα να κιτρινίζουν.
Περάσαμε έτσι πολλή ώρα. Δεν θυμάμαι πολλά, μόνο φωνές χαμηλές, μερικά γέλια ανάμεσα, κάτι καρδιές να χτυπούν τρελά, και τα χέρια μας να ψάχνουν ο ένας τον άλλο σε κάθε χάδι και σε κάθε ανάσα. Δεν ξέρω αν αυτό που ζήσαμε εκείνο το απόγευμα χωράει σε λέξεις – σιωπές, βλέμματα και δύο σώματα που ζητούσαν λίγη θαλπωρή, αυτό ήταν όλο.
Όταν βγήκαμε ξανά στο μπαλκόνι, νύχτωνε ήδη. Εγώ με ένα τσιγάρο στο χέρι, εκείνη να με κοιτάει αμίλητη, με αυτό το βλέμμα το γεμάτο υποσχέσεις που ούτε κι εγώ δεν καταλάβαινα τότε. Χωρίς πολλά-πολλά.
«Θα τα ξαναπούμε;» με ρώτησε χαμηλόφωνα.
Γύρισα και τη φίλησα στο μέτωπο, σαν να ήμουν σίγουρος ότι δεν χωράνε άλλες λέξεις. Κι ακόμα κι αν δεν ξαναβρεθήκαμε έτσι ποτέ – δεν ξέρω αν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς – θα μείνει για μένα αυτό το απόγευμα, μια στιγμή που έγινε καλοκαίρι ολόκληρο.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πάνος.
