Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι του Θανάση και της Γεωργίας στη Νέα Μηχανιώνα
Θα σου πω μια ιστορία που… εντάξει, δεν την λέω στον καθένα, αλλά εδώ που τα λέμε, πού αλλού να τη βγάλω από μέσα μου; Όλα ξεκίνησαν πριν τρία χρόνια, καλοκαίρι στη Νέα Μηχανιώνα, εκεί δίπλα στη θάλασσα που τα φώτα παίζουν μέσα στο νερό και όλα μοιάζουν πιο μαλακά, πιο εύκολα. Δούλευα σε ένα καφέ-μπαρ, τα βράδια — ήμουν είκοσι εννιά τότε — και παρ’ όλο που ήμουν ολιγομίλητος, δεν ήμουνα κι ο πιο κλειστός τύπος του κόσμου.
Απλώς, ποτέ δεν είχα την άνεση με τις γυναίκες, έτσι λένε οι φίλοι μου δηλαδή… Και να σου πω; Ίσως και να είχανε δίκιο. Εκείνη όμως την περίοδο, ήρθε στη δουλειά μια καινούρια σερβιτόρα, η Γεωργία, μαλλί μαζεμένο, λίγη μπούκλα να πέφτει στο μέτωπο, η φωνή της χαμηλή και γλυκιά, τα μάτια της… σα να είχε πάντα ένα μυστικό να σου πει, αν ήξερες να τα διαβάσεις. Είχε κάτι σπάνιο: όταν γελούσε, πολύ σπάνια, σου έδινε ένα μικρό κομμάτι απ’ τον εαυτό της, μια κίνηση, μια ματιά, κι έπειτα πάλι χανόταν πίσω απ’ τη δουλειά, πίσω απ’ το δίσκο της.
Δεν ξέρω πώς έγινε, πότε ακριβώς έγινε, απλά… την έπαθα. Ξέρεις πώς είναι… Βλέμματα, λίγα λόγια τυπικά στην αρχή, ανέκδοτα με τον κόσμο, κουβέντες για μουσική, δήθεν χαλαρά… Στην πραγματικότητα όμως, εγώ την πρόσεχα, ακόμη κι όταν έπιανε τα ποτήρια ή έδενε τη ποδιά στη μέση. Και ένιωθα αυτά τα παλιά, τα εφηβικά, που λες ότι τα έχεις αφήσει πίσω σου.
Ένα βράδυ αργά, ήμασταν μόνοι στο μπαρ, μαζεύαμε, είχε βραχεί λίγο το πάτωμα κι άρχισε εκείνη να γελάει και να μου λέει για κάποιον πελάτη που της έκανε φιγούρα. Κάθισα στον πάγκο και αυτή ήρθε δίπλα μου, και εκεί, έτσι ξαφνικά, πάλιωσαν όλα: τα φώτα, η μουσική, τα γέλια που ακούγονταν απ’ έξω. Μείναμε να κοιταζόμαστε για λίγο, και είχα την αίσθηση ότι οι ανάσες μας μετράγαν τον ίδιο ρυθμό. Σιωπή δευτερολέπτων, όλα κρατιόντουσαν στον αέρα. Εκείνη το έσπασε πρώτη. Σήκωσε το χέρι και πέρασε το δάχτυλό της από το χέρι μου, ένα απλό, μικρό άγγιγμα, μα τότε νόμιζα πως κάτι με διαπέρασε ολόκληρο.
Από εκείνο το βράδυ, σα να άνοιξε μια ρωγμή σε όλα. Στη δουλειά ήμαστε τάχα μου αδιάφοροι, αλλά το βράδυ, κάναμε μαζί βόλτες προς τα κάτω, στη θάλασσα — με την δικαιολογία πως μέναμε κοντά, ξέρεις, μικρή κοινωνία, δεν ήθελε κουβέντες. Θυμάμαι ένα τέτοιο βράδυ, είχε πανσέληνο, καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι και κοιτάζαμε το νερό. Ούτε καν μιλάγαμε πολύ, ήταν όμως μια ένταση ανάμεσά μας, λες κι αν άπλωνα το χέρι, θα έφτανα στην ανάσα της. Το έκανα. Πιο πολύ επειδή δεν άντεχα άλλο, όχι επειδή είχα σιγουριά.
Γύρισε, με κοίταξε στα σοβαρά, έμεινε έτσι λίγο και μετά ακούμπησε απαλά το μέτωπό της στο δικό μου. Τα σπίτια πίσω, μακριά, τα φώτα σχεδόν δεν φαινόντουσαν. Απλώθηκε ησυχία, μια ησυχία με τόση φόρτιση που κάποιες στιγμές νόμιζα πως φωνάζει. Τα χείλη μας πλησίασαν πρώτα διστακτικά και μετά λίγο παραπάνω, λίγο παραπάνω — εκείνο το φιλί κράτησε όσο χρειάστηκε, ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω, ούτε λιγότερο.
Να πω πως εκείνη τη νύχτα δεν έγινε τίποτα “παραπάνω”. Μόνο μείναμε παραπάνω αγκαλιά, χαζεύαμε το φεγγάρι και μιλούσαμε με τις ώρες, και μερικές στιγμές σταματούσαμε γιατί έφτανε η σιωπή. Αυτό ένιωθα ότι ήταν το ιδιαίτερο μ’ εκείνη. Δεν χρειαζόταν να πεις τίποτα, όλα κρέμονταν στον αέρα — ακόμα και το πόσο χτυπούσε η καρδιά μου.
Κι ύστερα ήρθαν κι άλλα βράδια. Μια-δυο φορές μαζευτήκαμε σπίτι, όταν έλειπαν οι δικοί της, κουβέντες, φαγητό, λίγο κρασί και πάλι εκείνη η παράξενη ανυπομονησία, λες και γινόταν ένα αόρατο τράβηγμα ανάμεσα στα σώματά μας. Ένα βράδυ τέτοιο, μου έπιασε το χέρι και μ’ έσυρε στη βεράντα, καθίσαμε σχεδόν αντικριστά, μου έβαλε στο χέρι της να νιώσω το σφυγμό της. Μιλούσαμε ψιθυριστά, για πράγματα που δεν λέγονται εύκολα, για τους φόβους της και πώς νιώθει όταν η πόλη αδειάζει κι όλοι οι φίλοι της φεύγουν. Έσκυψα και τη φίλησα ξανά, αυτή τη φορά λιγότερο βιαστικά, πιο ήσυχα, πιο βαθιά. Μερικές φορές νόμιζα πως το φιλί της ήταν όλο το καλοκαίρι μαζεμένο.
Δεν φτουράνε οι λέξεις, σου λέω. Αυτές οι μέρες, τα ξημερώματα που βρίσκαμε πώς να φτιάχνουμε πρωινό με τα μάτια πρησμένα απ’ το ξενύχτι, τα ηλίθια αστεία για να σπάσουμε τον πάγο κάθε φορά που κάτι καινούριο ξυπνούσε ανάμεσά μας… Ήταν όλα σαν κάτι που μπορεί να σπάσει από στιγμή σε στιγμή, αλλά κάθε φορά κράταγε λίγο παραπάνω. Πρόσεχα τα λεπτά, κρατούσα ακόμα και τις μυρωδιές της στο μυαλό — πως μοσχοβολούσε πάντοτε λεβάντα, πως το δέρμα της ένιωθε πάντα λίγο πιο ζεστό απ’ την ατμόσφαιρα.
Η ιστορία μας δεν είχε μεγάλο φινάλε τύπου κινηματογράφου. Στο τέλος του καλοκαιριού, ήρθαν κάποιες αλλαγές, εκείνη βρήκε κάτι άλλο στη Θεσσαλονίκη, εγώ έμεινα πίσω για λίγο με τη δουλειά. Χωρίς πολλά-πολλά, χωρίσαμε σ’ ένα παγκάκι σαν εκείνο που είχε γίνει το πρώτο φιλί. Ούτε δάκρυα μεγάλα, ούτε κατηγορώ· μόνο μια σιγανή αποδοχή πως τελείωσε κάπως αυτό το πράγμα, ίσως γιατί έτσι έπρεπε, ίσως γιατί δεν αντέχει πολλά ο αέρας όταν γεμίζει συναίσθημα.
Ακόμα, καμιά φορά, όταν περπατάω εκεί στα παραλιακά βράδυα που γυρνάω από τη δουλειά, περνάω από το παγκάκι και θυμάμαι. Κι όσο κι αν τα χρόνια τρέχουν, εκείνο το καλοκαίρι με τη Γεωργία το κουβαλάω κάπου μέσα μου. Σαν να έμαθα να διαβάζω αλλιώς τις σιωπές.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.
