Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι που γνώρισα την Ελίνα

Δεν ξέρω αν έχει τύχει σε άλλον να ζήσει τέτοιο καλοκαίρι, που να το θυμάται για πάντα. Δούλευα τότε σ’ένα μπαράκι κάτω στον Πειραιά, βραδινό ωράριο, κάτι μεροκάματα που τα μάθαινες με το ζόρι, έβγαζα όμως το νοίκι και κανένα τσιγάρο παραπάνω. Μέρες σαν αυτές τώρα που σας τα λέω, είχε ζέστη, μυρωδιά θάλασσας και ιδρώτα. Πήγαινα μόνος ως τη δουλειά, μοναχικός τύπος τότε, ίσως και τώρα. Εκείνη τη χρονιά μπήκε στη ζωή μου η Ελίνα.

Η Ελίνα εμφανίστηκε μια Τετάρτη, γεμάτο το μαγαζί, δεν της έδωσα μεγάλη σημασία στην αρχή – μια παρέα τεσσάρων, γελούσαν, κοίταζε ο ένας τον άλλον λες και είχαν πει κρυφά μυστικά πριν μπουν. Κάθισε σ’ένα τραπέζι, απέναντί μου σχεδόν, και με είδε με το που γύρισε να παραγγείλει. Με κοίταξε εκείνη την πρώτη φορά μ’αυτά τα μεγάλα, ξεκούραστα μάτια, και χωρίς να το σκεφτώ, της χαμογέλασα. Ήμουν πάντα ψιλόσκληρος σε τέτοιες φάσεις – την Ελίνα όμως δεν ήθελα να την τρομάξω.

Κοίτα, το θέμα μ’αυτήν ήταν το βλέμμα της. Δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια που όλο νάζι κάνουν, μήτε γέλια ψεύτικα. Τέτοιο καθαρό βλέμμα δύσκολα το πετυχαίνεις. Ήθελα να της φέρω εγώ το δεύτερο ποτό, κάτι που κανονικά κάνει το παιδί του πάσου. Τα χέρια μου ίδρωναν, το δίσκο τον κράταγα σταθερά όσο μπορούσα, και καθώς της άφησα το ποτήρι – ένα μοχίτο διάλεξε – πέρασε με το νύχι της λίγο το χέρι μου, τάχα κατά λάθος. Κοκάλωσα. Ακόμα και τώρα αυτό το άγγιγμα το θυμάμαι λες και συνέβη πριν πέντε λεπτά.

Έτσι ξεκίνησαν όλα. Κάθε Τετάρτη και κάθε Σάββατο, εκεί, ίδια παρέα, ίδια ώρα. Μόνο που κάθε φορά με κοίταζε κι ένα κλικ παραπάνω, μου μιλούσε λίγο πιο χαμηλόφωνα, άφηνε κάτι λέξεις να σπάνε σαν νερό στα δάχτυλα. Δεν τόλμησα να την πλησιάσω, όχι αμέσως. Να σου πω την αλήθεια, δεν ήξερα αν μπορούσα ή αν άξιζε τον κόπο. Αλλά με τραβούσαν τα μάτια της, η δουλειά μου είχε γίνει αφορμή να περιμένω πότε θα μπει.

Ένα Σάββατο, κοντά στο κλείσιμο, η παρέα έφυγε και εκείνη έμεινε λίγα λεπτά παραπάνω. Με κοίταξε, “Να με πας λίγο παρακάτω;” είπε, “δεν έχω αμάξι”. Κατέβηκα σαστισμένος μαζί της στη Μαρίνα Ζέας. Θυμάμαι περπατούσαμε, βράδυ, άλογα ήσυχα φωτισμένα τα ιστιοπλοϊκά, έπιασε να φυσάει λίγο. Κάθισε στην κουπαστή, τα πόδια της λευκά απ’τη φώτα. Της άναψα τσιγάρο, το πήρε κι έσκυψε κοντά μου, η ανάσα της έμοιαζε να έχει γεύση μέντα. Δεν το’κανα εγώ το πρώτο βήμα. Έγειρε και με φίλησε αργά, βαθιά, λές και φίλαγε τη θάλασσα.

Αυτή η στιγμή κράτησε παραπάνω απ’το φιλί. Είπαμε πράγματα καλά, λίγα, τα απαραίτητα. Μου έπιασε τα χέρια, τα έσφιξε γύρω της—ζήταγε να τη ζεστάνω, ή να με κρατήσω εγώ δυνατός, δεν έμαθα ποτέ. Πήγαμε σπίτι της, κοντά εκεί, γυρίσαμε περπατώντας, από κει χάθηκαν όλα τα λόγια. Μόνο σιωπές και ανάσες και γέλια σιγανά. Η πόρτα της έτριξε, μπήκαμε ξυπόλητοι, να μην ξυπνήσουμε κανέναν. Έμεινα όλο το βράδυ μαζί της χωρίς να το προσπαθήσω καν. Φέραμε δυο μαξιλάρια στο πάτωμα, ρίξαμε το σεντόνι καταγής και μιλήσαμε μέχρι που φώτισε ο ουρανός.

Δε θα πω λεπτομέρειες, γιατί κάποιες αγκαλιές πρέπει να τις κρατήσεις δικές σου. Αλλά εκείνο το χάραμα, με ξύπνησε να φτιάξει καφέ. Φορούσε το πουκάμισό μου, μυρωδιά καφές, νικοτίνη και κάτι από γιασεμί που δεν κατάφερα ποτέ να περιγράψω. Την κοιτούσα, σκέψου, ένα παλιό ραδιόφωνο έπαιζε σιγανά κάτι λαϊκά. Έμοιαζε η ζωή πιο εύκολη απ’ό,τι την ήξερα.

Με την Ελίνα ζήσαμε λίγες βδομάδες έτσι, παράξενα. Δεν κάναμε σχέδια, δεν μου έλεγε τίποτα για το αύριο. Βρισκόμασταν στα κρυφά, άλλαζαν τα χέρια μας σημάδια, σκοτεινές γωνιές, δημόσια και κρυφά μαζί. Μια φορά, θυμάμαι, βγήκαμε στην Πειραϊκή ξημερώματα, στρώσαμε μια μπλούζα κάτω και κοιτάζαμε τη θάλασσα αγκαλιά. Δεν μας ένοιαζε ποιος θα μας δει.

Τα πράγματα μ’εμάς δεν κράτησαν πολύ. Έπρεπε να φύγει για ταξίδι, δουλειά δικιά της, κάτι με πανεπιστήμια, δεν κατάλαβα ποτέ ακριβώς. Αυτό που ξέρω, είναι ότι το τελευταίο βράδυ που ήρθα να τη συναντήσω, δεν μιλήσαμε πολύ. Μόνο κρατιόμασταν από τα χέρια, σαν δυο άνθρωποι που φοβούνται ότι έτσι κι αφεθούν, θα χαθούν για πάντα. Με φίλησε στο μέτωπο, χάιδεψε λίγο τα γένια μου, μου είπε: “Να μην ξεχνάς ότι το καλοκαίρι αλλαγή θέλει”. Και έφυγε.

Μετά από εκείνες τις νύχτες, έμεινα άλλος άνθρωπος. Ούτε ήθελα να μαζέψω φωτογραφίες ούτε αναμνηστικά. Έμεινε κάτι απ’τη μυρωδιά της στα ρούχα μου για καιρό, και στα χέρια μου η ανάμνηση του πώς είναι να ξυπνάς με μια γυναίκα που δεν φοβάται να σ’αγγίξει στ’αλήθεια.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νικόλας.

You might also like