Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το βράδυ που ο Μανώλης γνώρισε τη Ρίνα

Να σας πω μια ιστορία που την κρατούσα χρόνια μέσα μου, και κάθε φορά που την σκέφτομαι, νιώθω ακόμα αυτό το σφίξιμο στο στομάχι. Όχι φόβο, εκείνο το άλλο, το γλυκό το σφίξιμο, που λες, “να το ξαναζούσα, έστω για ένα βράδυ”. Ήμουνα τριανταπέντε, ηλεκτρολόγος, τότε δούλευα σε κάτι εργοτάξια στα δυτικά. Είχα μόλις χωρίσει, περνούσα μια φάση που ήθελα να κάνω τη ζωή μου κάπως αλλιώς, να ζήσω για μένα, που λένε.

Ήταν ένα βράδυ Παρασκευής λοιπόν, είχαμε βγει με δύο φίλους σ’ ένα μπαράκι στο Περιστέρι. Τίποτα σπουδαίο, απ’ αυτά τα απλά, που μυρίζει μπύρα και αγωνία, γεμάτο καπνό και κόσμο που μιλάει δυνατά. Εκεί την είδα, πρώτη φορά, να κάθεται με μια φίλη της στη γωνία, με κοντό καρέ μαλλί, μαύρο φόρεμα, και κάτι μάτια… άλλο πράγμα, κάτι ανάμεσα στο πράσινο και το γκρίζο, απ’ αυτά που νομίζεις ότι κοιτάνε κατευθείαν μέσα σου. Την είδα, με είδε, χαμογελάσαμε – ένα απλό πράγμα, τίποτα δήθεν.

Από κει και πέρα, όλο το βράδυ περνούσα από δίπλα της, δήθεν πάω τουαλέτα, δήθεν τάχα κοιτάω να δω αν ήρθε κανείς γνωστός, αλλά το μυαλό μου εκεί. Εκείνη, κάθε φορά που περνούσα, μου’ ριχνε ένα βλέμμα, σαν να μου λέει “τι περιμένεις;”. Στο τρίτο πέρασμα ήρθε η φίλη της η Μαρία, τάχα να πάρει τσιγάρα. Της λέω, “Δεν μας συστήνετε;”. Ούτε που κάθισα να το σκεφτώ πολύ. Έμαθα ότι τη λένε Ρίνα.

Βρεθήκαμε μετά όλοι μαζί, κάποιο πειραγμένo με συνοδευτικό στο τραπέζι, τα γέλια έπεφταν βροχή. Έπιασα τον εαυτό μου να την κοιτάει στα χέρια και τα χείλια, πιο πολύ παρά στο πρόσωπο. Μιλούσαμε, τάχα αδιάφορα, αλλά τα βλέμματα έμεναν πιο πολύ απ’ ό,τι έπρεπε. Εκείνη, κάπως συγκρατημένη, έλεγε στους άλλους ότι γενικά δεν βγαίνει πολύ, ότι προτιμάει τις ήσυχες καταστάσεις, αλλά το γελάκι της πρόδιδε άλλη διάθεση.

Κάποια στιγμή, γύρω στις δύο, το μαγαζί άδειαζε κι εγώ δεν ήθελα να φύγω. Τη ρώτησα με μια δόση αμηχανίας, “Θέλεις να πάμε μια βόλτα;”. Δεν απάντησε αμέσως – με κοίταξε πρώτα, με το κεφάλι λίγο γέρνοντας, και μετά είπε “Να πάμε”. Βγήκαμε έξω, το κρύο μας τσίγκλησε, πιαστήκαμε από τον αγκώνα. Περπατήσαμε στη λεωφόρο, κάτι άδειοι δρόμοι, φωτισμένοι μόνο από τις βιτρίνες, και κάναμε πως μιλάμε “σοβαρά”, με ερωτήσεις και αστεία, αλλά στην πραγματικότητα εκείνο που γινόταν ήταν σα να μιλούσαν τα σώματα τους.

Θυμάμαι, κάπου σε μια γωνία, κοντά σε μια κλειστή πιτσαρία, κοντοστάθηκε. “Κρυώνεις;” της είπα, και ήταν λες και περίμενε να κάνω αυτή την ερώτηση. Με κοίταξε κατάματα, έβαλε το χέρι της μέσα στη δική μου, και πριν πω κάτι, με φίλησε. Ένα φιλί όχι δυναμικό, περισσότερο σαν υπόσχεση, μαλακό και αληθινό. Δεν θυμάμαι πόση ώρα ήμασταν έτσι. Ούτε που νοιαζόμουν για αντανακλαστικά αυτοκινήτων ή ποιοι περνούσαν. Όλα ήταν ήσυχα, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος.

Δεν έφυγε βιαστικά – με πήρε από το χέρι και με τράβηξε να πάμε παρακάτω. Κάτσαμε σ’ ένα παγκάκι, με εκείνο το κρύο που νιώθεις μόνο στα μέσα Φλεβάρη. Εκεί, τα είπαμε λίγο πιο ανοιχτά. Μου είπε ότι είχε βγει από μια σχέση ζόρικη, ότι τελευταία δεν εμπιστευόταν εύκολα τους ανθρώπους, μα απόψε, λέει, της φάνηκε αλλιώς. Τη ρώτησα κι εγώ όχι απευθείας, με τρόπο, αν θέλει να έρθει σπίτι μου. Δεν είχε τέτοιο σκοπό η βραδιά, δεν είναι ότι περίμενα οπωσδήποτε να γίνει “κάτι”. Πιο πολύ ήθελα να συνεχιστεί αυτή η ατμόσφαιρα μεταξύ μας, να μην τελειώσει απότομα.

Δέχτηκε ήσυχα, χωρίς νάζια – σαν να είχαμε ήδη αποφασίσει και οι δύο, εδώ και ώρα. Μπήκαμε σ’ ένα ταξί, δεν είπαμε πολλά στη διαδρομή – μονάχα κρατούσε το χέρι μου σφιχτά, και πότε-πότε γυρνούσε να με κοιτάξει. Το σπίτι μου μύριζε ηλεκτρολογικό συνεργείο, αλλά εκείνη γέλασε και μου είπε “Δεν πειράζει, ξέρεις, καινούργια αρχή είναι όλα αυτά”. Έφτιαξα δυο ποτήρια κρασί, βάλαμε χαμηλά μουσική, καθίσαμε μαζί στον καναπέ.

Η ατμόσφαιρα ήταν κατά κάποιο τρόπο ηλεκτρισμένη – ξέρεις αυτό το αδιόρατο που σε κάνει να θες να ακουμπήσεις τον άλλον, αλλά κρατιέσαι λίγο ακόμα, να μην το χαλάσεις; Τα γόνατα μας ακουμπούσαν, χαϊδέψαμε τα χέρια στο τραπέζι και για λίγη ώρα κοιταζόμασταν δίχως να λέει κανείς τίποτα. Το φιλί ήρθε ήρεμα, χωρίς καθόλου βιασύνη, και το ένα χέρι βρήκε το δρόμο του στη μέση, το άλλο στο πρόσωπο, όχι αρπακτικά, περισσότερο σαν να εξερευνά, να μαλακώνει, να αισθάνεται. Αυτό κράτησε ώρα – φιλιόμασταν, γελάγαμε, σταματούσαμε, μιλούσαμε χαμηλόφωνα, και πάλι απ’ την αρχή, σαν να μην υπήρχε εξωτερικός κόσμος.

Δεν θα τα πω όλα με λεπτομέρειες – ούτε χρειάζεται, άλλωστε, τα σημαντικά είναι γνωστά μεταξύ δυο ανθρώπων. Μόνο θα σας πω, ήταν απ’ τα βράδια που αφήνεις τον εαυτό σου να αφεθεί, να χαθεί αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα στο ποιος είσαι και ποιος θα ήθελες να είσαι. Τώρα που το σκέφτομαι, εκείνο το βράδυ ήμουνα ο εαυτός μου. Όταν ξημέρωσε, είχαμε κουρνιάσει μαζί στον ίδιο καναπέ, με τα πόδια μπλεγμένα. Μισοξυπνήσαμε από θόρυβο έξω, γελάσαμε, φιληθήκαμε πάλι πριν καν σηκωθούμε, και μου είπε απλά “Έλα, να ξαναβρεθούμε”.

Δεν είχαμε μέλλον – από κει και πέρα ο καθένας πήρε το δρόμο του, αλλά ήταν απ’ τις πιο ανθρώπινες νύχτες που έζησα, απ’ αυτές που λες κι αν κράτησαν λίγο, σ’ άλλαξαν για πάντα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.

You might also like