Ερωτικές Ιστορίες – Το βράδυ που γνώρισα τη Γιώτα
Δεν ήμουν ποτέ της πολλής φανφάρας εγώ. Ήθελα τη ζωή μου ήσυχη, τις μέρες μου να κυλάνε απλά, χωρίς πολλά-πολλά. Μια φορά τον χρόνο, όμως, κάτι με έπιανε – ήθελα να κυκλοφορήσω, να ζήσω, να νιώσω σαν να είμαι πάλι εικοσιπέντε. Ίσως φταίει που μένω μόνος τα τελευταία πέντε χρόνια, ή ίσως ο χαρακτήρας μου, που όσο και να φωνάζει ότι του αρέσει η παρέα του, κατά βάθος ψάχνει ακόμα κάτι που να ανάβει σπινθήρα.
Ένα τέτοιο βράδυ ήταν κι εκείνο το Σάββατο. Βγήκα χωρίς πολλά σχέδια. Έκανα μια γύρα στο Μεταξουργείο, μετά κατέληξα στου φίλου μου του Νίκου. Είχε μαζέψει δυο τρεις γνωστούς και τσιμπολογάγαμε, ξέρετε τώρα, σαλάμια, τυριά, ένα κρασάκι, κουβέντα χαλαρή. Μπήκε και μια παρέα αργά, κάτι κορίτσια που δεν τις είχα ξαναδεί. Η Γιώτα, η ψηλή, πρώτη φορά μου μίλησε. Με κοίταζε λίγο πιο έντονα απ’ ό,τι οι άλλες. Μου ‘ριχνε κάτι χαμόγελα που και να θες να μην τα προσέξεις, δεν γινόταν.
Εγώ είχα μάθει να προσέχω τέτοια βλέμματα. Έκανα χρόνια τον αδιάφορο, αλλά τώρα μέσα μου χαμογελούσα. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά βρεθήκαμε να καθόμαστε δίπλα δίπλα στο καναπέ. Μου μίλησε για το φεγγάρι. Παράξενο, αλλά μου άρεσε. Γέλασα, κι αυτή γέλασε. Δεν είχε αμηχανία, το μάτι της γυάλιζε.
Καθώς προχωρούσε η βραδιά, ο κόσμος λιγόστευε. Μείναμε τέσσερις – εγώ, η Γιώτα, ο Νίκος και η Εύα. Εμείς οι δυο ήμασταν σαν να ‘χουμε φτιάξει δικό μας μικρό κλίμα στη γωνία του σαλονιού. Ένιωθα τη φωνή της σιγανή, ήρεμη, λίγο βραχνή απ’ τα τσιγάρα. Και η ανάσα της, αυτή τη μικρή απόσταση που άφηνε όταν μιλούσε, μ’ έκανε να νιώθω λες κι έπρεπε να κρατηθώ για να μην σκύψω πιο κοντά.
Σε κάποια φάση, πήγε να σηκωθεί ν’ ανάψει τσιγάρο. Της «δίνω» φωτιά, έτσι μου ‘ρχεται, η κίνηση έγινε λίγο πιο αργά, πιο ζεστά απ’ ό,τι έπρεπε. Τα δάχτυλά μας ακουμάνε, για λίγο περισσότερο. Με κοιτάει. Ρίγησα – δεν τ’ αρνήθηκα. Της είπα χαμηλόφωνα ό,τι μου βγήκε: «Μη μ’ αφήνεις να σ’ αγγίξω χωρίς να θες». Της φεύγει ένα αχνό γελάκι – «Εσύ τι λες;» μου πετάει.
Δεν ήταν πια θέμα λόγου, το ξέραμε κι οι δυο, το σώμα είχε ήδη προδώσει τη σκέψη. Το άγγιγμα έγινε αγκαλιά, μέσα στο μισοσκόταδο. Δίπλα στο παράθυρο πήρε να λιώνει ο χρόνος… Δεν το ξέρω αν ήταν το κρασί, η ώρα, ή κάτι ξεχασμένο μες στα σκεπάσματα των χειλιών μας. Είχε εκείνο το ανατρίχιασμα που δε γνωρίζει πολλά πολλά, μόνο αφή, μόνο παλμό.
Τα χέρια μας πλέκονταν πάνω απ’ το πουκάμισό μου, το δικό της πουλόβερ… Το βλέμμα της, αυτό το βαθύ που κοιτάει και λες «να, εδώ είμαι, αυτή τη στιγμή θα ‘θελα να διαρκεί πιο πολύ». Το φιλί, περίεργα αθώο και σίγουρο συνάμα. Σα να ξέραμε και οι δύο από πριν πώς να συναντηθούμε μέσα στο σκοτάδι.
Το καλύτερο ήταν το μετά. Αυτό το σιωπηλό τρίξιμο του πατώματος όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε. Δε χρειάστηκε λέξη, ούτε μισό συγκαταβατικό βλέμμα για τους υπόλοιπους. Κατεβήκαμε τη σκάλα μαζί, κρατώντας ο ένας τον άλλον απ’ το χέρι – άβολο, σαν δυο μαθητές που το σκάσαν απ’ το μάθημα, αλλά όμορφο.
Βγήκαμε στον δρόμο. Η ψύχρα με χτύπησε κατευθείαν στο στήθος κι αυτή τυλίχτηκε στο μανίκι μου. Προχωρήσαμε έτσι ως τη γωνία, ανταλλάσσοντας κουβέντες λιγοστές – το μέσα μας φώναζε πιο δυνατά από τα λόγια. Μπορεί να κρατήθηκα λίγο ακόμη, να μην έδειξα κάτι παραπάνω, αλλά όταν φτάσαμε στο σπίτι της, το κυριολεκτικό άγγιγμα της παλάμης της πάνω στο μάγουλό μου, με πέταξε σε άλλη διάσταση.
«Θα ξανάρθεις;» μου ψιθύρισε. Η ανάσα της με χάιδεψε στ’ αυτί. Δεν απάντησα. Είχα μπει ήδη στο ασανσέρ και το μόνο που άκουγα ήταν η ταραχή της νύχτας να παίζει στην καρδιά μου σαν σπασμένη φυσαρμόνικα. Όλη τη διαδρομή, μέχρι να φτάσω σπίτι, τα χέρια μου μύριζαν γυναικείο αρώμα και τσιγάρο – μ’ ένοιαζε μόνο πότε θα ξανασμίξουμε.
Την άλλη μέρα, σηκώθηκα με ένα τρανταχτό χαμόγελο, απ’ αυτά που φοβάσαι μην τα δουν οι γείτονες και σε περνάνε για τρελό. Κοίταζα το κινητό, περίμενα κάτι, κι εκείνη η αναμονή μού θύμισε πως τελικά, ό,τι κι αν λες για την ησυχία, έναν τσακωμό με το πάθος αξίζει να τον κάνεις. Ή μπορεί τελικά να σου χαρίσει ένα βλέμμα που θα σ’αναστατώσει μέχρι το πρωί…
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.
