Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το ανοιξιάτικο βράδυ γνωριμίας του Γιώργου και της Κάτιας

Ήταν ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα ‒ ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Έχει κάτι η άνοιξη ρε παιδί μου, που σου γυρίζει το μυαλό και σε βγάζει από τα συνηθισμένα, σε ανακατεύει, όλο ζωή και λαχτάρα. Ήμουνα στο μικρό μαγαζάκι που δουλεύω τα απογεύματα, για κανένα φράγκο παραπάνω, όταν τη γνώρισα. Μπήκε με τσαχπινιά και χαμόγελο ζεστό, από εκείνα που σου φέρνουν φως, όση σκοτούρα και να κουβαλάς.

Δεν ήτανε κάτι φανταχτερό, ούτε ντυμένη προκλητικά, τίποτα τέτοιο. Μάτια όμως σπινθηροβόλα κι ένα περπάτημα αέρινο, λες κι έκανε παρέα με τον αέρα και τον ήλιο. Κάθισε στον πάγκο, κόντρα στο παράθυρο, μόνη της ‒ κι εγώ, τα’χα χαμένα ένα δευτερόλεπτο. Είπα το κλασικό, “τί να σας φέρω;”, πιο μαγκωμένος απ’ το κανονικό, κι αυτή μου απάντησε “Φτιάξε μου ένα τσάι, αλλά όπως σου αρέσει εσένα, βάλε το κέφι σου.” Γέλασα, άνοιξε η καρδιά μου εκείνη τη στιγμή, και, χωρίς να το καταλάβω, άρχισα ν’ ασχολούμαι μόνο μαζί της, να ψάχνω ευκαιρία ν’ ανταλλάξουμε κουβέντες.

Την έλεγαν Κάτια, όπως έμαθα αφού πιάσαμε ψιλόβροχο κουβέντα. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά κάθε τι που έλεγε είχε έναν τρόπο να γλιστράει και να κάθεται πάνω μου, σαν χάδι εκεί που είχα χρόνια να νιώσω. Οι λέξεις της ‒ και το γέλιο της, να σου πω το κυριότερο, αυτό το γέλιο της θα το θυμάμαι, λες και γέμιζε ο τόπος λουλούδια κάθε που γελούσε.

Περάσανε δυο ώρες χωρίς να το καταλάβουμε, κι αυτή ακόμα στον πάγκο, εγώ να βρίσκω συνέχεια μικρές δικαιολογίες να στέκομαι κοντά, να της συμπληρώνω το φλιτζάνι, να κάνω ότι τακτοποιώ, ότι περνώ “τυχαία” από δίπλα της. Μια στιγμή, καθώς της άφηνα την απόδειξη, μου έπιασε το χέρι, έτσι αβίαστα, και το ‘σφιξε τρυφερά. “Είσαι ωραίος τύπος”, μου λέει, κι έναν κόμπο τον κατάπια τότε, γιατί καιρό είχα να νιώσω έτσι, να με βλέπει κάποιος, πραγματικά.

Μου άφησε το τηλέφωνό της σ’ ένα κομμάτι χαρτί, πρόχειρα σκισμένο απ’ το μπλοκάκι. “Αν θέλεις, πάρε με κάνα βράδυ που να ‘χεις όρεξη”, μου είπε, κι έφυγε με ένα χαμόγελο που με χάραξε. Έμεινα σαν χαζός, να φυλάω το μικρό χαρτάκι στο πορτοφόλι μου, να σκέφτομαι: να πάρω; να μην πάρω;

Δεν άντεξα πολύ. Ένα βράδυ, δειλά-δειλά, της έστειλα μήνυμα. Δεν πέρασε λεπτό και μου απαντά, “Γιατί άργησες;” Γελάω και τώρα που το θυμάμαι… Κανονίσαμε να βρεθούμε την Κυριακή, σε μια μικρή ταβέρνα στο Θησείο. Επειδή ήταν ακόμα λίγο δροσερά, ο ουρανός γκρι και τα φώτα στους δρόμους έπεφταν χλιαρά στο πρόσωπό της, κάνοντας τα μάτια της να γυαλίζουν αλλιώς.

Εκείνο το βράδυ, πρώτα μιλήσαμε πολύ. Όχι από τα τυπικά, μα από εκείνα τα λόγια που σε ξεγυμνώνουν χωρίς να το καταλαβαίνεις, που λες πράγματα που δεν ήξερες ότι ήθελες να πεις. Αυτή ήταν. Στις σιωπές ανάμεσά μας υπήρχε νόημα ‒ δε φοβόμουνα, δεν ντρεπόμουνα, μόνο μια ωραία φλόγα στα σωθικά μου, που έκαιγε γλυκά.

Κάποια στιγμή, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Πήραμε το δρόμο με τα πόδια, ήσυχοι, δίπλα-δίπλα. Στο αυτοκίνητό της, πριν να μπει, στάθηκε στην άκρη του δρόμου, εκεί που το σκουρόχρωμο φως μπλέκεται με τα φώτα των μαγαζιών απέναντι. Με κοίταξε για ώρα, χωρίς να χαμογελάει, ούτε να λέει τίποτε, κι ένιωσα εκείνο το τράβηγμα, το δυνατό, λες κι όλο μου το είναι πήγαινε προς τα εκείνη. Έκανε μισό βήμα, ήρθε κοντά, τόσο που ένιωσα την ανάσα της πολύ ζεστή, και άπλωσε τα χέρια της—μου άγγιξε το πρόσωπο, μαλακά, σιγά, όπως πιάνεις κάτι πολύτιμο.

Δεν μιλήσαμε. Μόνο που άγγιξαν τα μέτωπά μας πρώτα, κλείσαμε τα μάτια και χωθήκαμε ο ένας μέσα στον άλλο, έτσι αθόρυβα, σχεδόν διστακτικά. Τα χέρια της, να με κρατούν γερά, σαν να ήμουν κάτι που κινδύνευε να χαθεί αν την άφηνα να φύγει. Την αγκάλιασα και εγώ, και για μια στιγμή ήθελα να μείνω έτσι, να κλείσει ο κόσμος και να μείνουμε μόνοι μας, πουθενά κι όμως παντού.

Δεν ξέρω πώς βρέθηκαμε τελικά σπίτι της. Ή κάπως το ήξερα κιόλας, γιατί κανένας μας δεν ήθελε ν’ αποχωριστεί τον άλλον. Το σπίτι ζεστό, χαμηλό φως, μύριζε λουίζα από ένα μικρό φλιτζάνι στο τραπεζάκι. Καθίσαμε κοντά-κοντά στον καναπέ, και το βλέμμα της, αχ αυτό το βλέμμα της, ήταν κοιμισμένο και ζεστό μαζί. Μιλάγαμε λίγο, τις υπόλοιπες λέξεις τις αφήσαμε να χαθούν. Την άγγιξα απαλά στο χέρι κι αυτή με τράβηξε κοντά της, ήσυχα, τρυφερά, σαν να ήμασταν πάντα έτσι, ο ένας αγκαλιά με τον άλλον.

Τα φώτα έξω θολόφεγγαν και η νύχτα έφερνε γαλήνη. Το μόνο που άκουγα ήταν η αναπνοή της, ανάλαφρη, και ένα “μείνε απόψε, σε θέλω εδώ”, ψιθυριστό, που μου ‘γραψε βαθιά στην καρδιά μου.

Εκείνη η νύχτα δεν είχε πολλά λόγια, είχε όμως αγγίγματα και σιωπές τέτοιες, που θα τις κουβαλάω για καιρό. Κοιμηθήκαμε αγκαλιά – τίποτα πιο πολύ, τίποτα πιο λίγο, μα ήταν αρκετό. Το πρωί, τα ήσυχα φώτα τού ήλιου πέσανε πάνω μας κι εγώ, πριν φύγω, της έκανα ένα γρήγορο φιλί στο μέτωπο. “Θα σε ξαναδώ;”, μου είπε. “Θα με δεις”, της απάντησα με μια σιγουριά που πρώτη φορά ένιωσα για κάτι.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.

You might also like