Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Μια τυχαία ανοιξιάτικη νύχτα στο Μοναστηράκι

Δεν ήταν τίποτα προγραμματισμένο, να σου πω. Εκείνη τη βραδιά σκεφτόμουν να μείνω σπίτι, είχε πλακώσει κι ένα ψιλόβροχο, ξέρεις εκείνο το ανοιξιάτικο που απλώνει μια νωχελική υγρασία παντού και νομίζεις δεν έχεις όρεξη ούτε για καφέ. Ο Σάκης όμως, ο παιδικός μου φίλος, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε «Έλα ρε συ, πάμε μια βόλτα στο Μοναστηράκι, να ξεσκάσουμε λίγο, ε βρέχει, θα μας χαλάσει;». Μια φωνή μέσα μου, μια πολύ μικρή φωνή, μου ψιθύριζε πως καμιά φορά αυτά που δεν περιμένεις, εκείνα σου φτιάχνουν ολόκληρες ιστορίες. Σηκώθηκα, ντύθηκα χύμα, πήρα το παλιό μου μπουφάν, τα’ χωσα στα γρήγορα σε μια σακούλα για να μην τα βρει η βροχή, κι έφυγα.

Εκεί στης «Παπαδιάς», που πάντα σταματάμε για τσιπουράκι, ήταν η πρώτη φορά που την είδα. Η Στέλλα. Καθόταν σε μια παρέα, δεν ξεχώριζε αμέσως γιατί δεν είχε φανταχτερά ρούχα ή μακιγιάζ· κάτι στον τρόπο που χαμογελούσε, όμως, έκανε να τραβιέται το βλέμμα σου σαν μαγνήτης. Τα μάτια της, μεγάλη ιστορία: σκούρα, ζεστά, κι όταν κοιτούσε, έμοιαζε να σε σκίζει από πάνω ως κάτω, ήρεμα, χωρίς βιασύνη και υπερβολές. Σε έκανε να νιώθεις πως δεν έχεις που να κρυφτείς, και κάπως, μ’ έναν περίεργο τρόπο, σου άρεσε αυτό.

Η παρέα μας μπλέχτηκε, κάπως κουβέντα στην κουβέντα και χαχανητά στα χαχανητά, μπερδευτήκαμε όλοι μαζί, κάτι μπύρες σε χάρτινα ποτήρια, τα γνωστά. Εκείνα τα λεπτά, σε μια στιγμή που βγήκα έξω για τσιγάρο, σηκώνω το κεφάλι και τη βλέπω να βγαίνει να πάρει αέρα κι αυτή. Δεν είπε τίποτα, ούτε εγώ. Μείναμε εκεί, κάτω από το υπόστεγο, ξαπλωμένοι στον τοίχο, με τα τσιγάρα σχεδόν σβηστά, μόνο που αντικρίζαν τα μάτια μας. Κάπου εκεί, στο μούγκρισμα της βροχής, θυμάμαι ξεκίνησε να γελάει χωρίς λόγο. «Έχεις αυτό το βλέμμα…» μου ψιθύρισε. Δεν της απάντησα αμέσως, αλλά ο αέρας μεταξύ μας δυνάμωσε, σαν να φούσκωσε λίγο ακόμη.

Ξαναμπήκαμε μέσα, το τραπέζι πιο ζωντανό, πιο μπερδεμένο, αλλά εγώ… έβλεπα μόνο εκείνη. Κάθε φορά που μιλούσα, την ένιωθα να παρατηρεί μικρές λεπτομέρειες—το πώς κινούσα τα χέρια, πώς κοίταζα τα άλλα πρόσωπα, πώς γελούσα με κάτι που ούτε είχε πλάκα στ’ αλήθεια. Πιο μετά, όλα γίνανε αχνά, πλησιάσαν μεσάνυχτα. Ο Σάκης βρήκε αφορμή να φύγει, και η δικιά της παρέα σκορπίστηκε, μείναμε κατά τύχη, τυχαία, οι δυο μας στα δίπλα τραπέζια.

Νομίζω εκείνη το αποφάσισε – «Θες να περπατήσουμε λίγο;» είπε, αδιάφορα, σαν να λέει «πάμε μέχρι το περίπτερο». Μου φάνηκε φυσικό κι αστείο μαζί. Πήραμε λοιπόν το δρόμο προς το Θησείο. Η βροχή είχε σταματήσει, οι δρόμοι γυάλιζαν και οι μυρωδιές είχαν απλωθεί, υγρασία και γιασεμί, παιδικές αναμνήσεις. Περπατούσαμε σχεδόν σιωπηλοί στην αρχή. Ώσπου, σ’ ένα κατηφορικό δρομάκι, μ’ έπιασε από τον αγκώνα απαλά, σαν να ήθελε να με ισορροπήσει μην γλιστρήσω, και με κράτησε έτσι δυο βήματα παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν. Εκείνη την ώρα, δεν μετρούσα τίποτα: δεν υπήρχε χρόνος, δεν υπήρχαν λόγια—μόνο η αίσθηση του χεριού της πάνω μου.

Φτάσαμε σ’ ένα παγκάκι. Κάτσαμε, σκέτη σιωπή. Βλέπαμε τα φώτα του ημιφωτισμένου δρόμου να πέφτουν σ’ ό,τι είχε απομείνει από τη βροχή. Γύρισε και με κοίταξε—πάλι εκείνο το βλέμμα, που λες και σε ξεγυμνώνει. «Σου έχει τύχει να νομίζεις πως κάτι ήρθε τυχαία, κι όμως να νιώθεις ότι ήταν στημένο από πριν για σένα;» με ρώτησε. Της χαμογέλασα, δεν ξέρω αν το είπα απ’ έξω ή το φώναξε το βλέμμα μου: «Ναι. Και τώρα, ακριβώς τώρα μου συμβαίνει».

Δεν θυμάμαι πώς. Ίσως ψιθύρισα κάτι στο αυτί της, ίσως έγειρε πρώτη. Πριν το καταλάβω, τα χείλη μας συναντήθηκαν—λίγο αμήχανα, με συστολή αλλά με δύναμη και πείσμα μαζί, σα να προσπαθούσαμε να κλέψουμε λίγη αγκαλιά απ’ το σύμπαν, λίγο ζεστασιά από μια νύχτα που ήθελε να μας κρατήσει άγρυπνους. Της χάιδεψα μαλλιά, χάιδεψε το πρόσωπό μου. Τα φώτα θόλωσαν, το γιασεμί πιο δυνατό, ο κόσμος ξεχάστηκε. Δεν έγινε κάτι τρανταχτό εκεί στη δημόσια θέα—μόνο μια σιωπή, ένα άγγιγμα, μια λαχτάρα που πήγε να σπάσει απ’ την ένταση, που κράτησε δευτερόλεπτα ή αιώνες, δεν ξέρω.

Μείναμε έτσι ως αργά, ώσπου το παγκάκι κρύωσε, κι η Αθήνα πήρε να ξυπνάει ξανά. Την άφησα να φύγει μ’ εκείνο το υπόσχομαι-δεν-υπόσχομαι φιλί, ξέροντας πως και να μην ξανασυναντηθούμε, θα’ μουνα πια ένας άλλος. Μπορεί να ξαναβρεθήκαμε μετά—πολλά τα σενάρια, λίγα τα σίγουρα. Αλλά εκείνη τη νύχτα, νιώθω πως έζησα κάτι που μου άλλαξε το βλέμμα για πάντα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.

You might also like