Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Μια βραδιά που άλλαξε από το τίποτα σε κάτι

Δεύτερο τραπέζι, αριστερά, εκεί έκατσα. Ήτανε μια Τετάρτη, ούτε αρχή ούτε τέλος βδομάδας, που τα βράδια τραβιούνται δίχως να ξέρεις πού πάνε. Είχα πιει ήδη μισό ποτήρι κρασί πριν καν εμφανιστεί η παρέα της, πιο πολύ για να μου κόψει το άγχος παρά για τη γεύση. Το καφενείο έβραζε, μπήκαν μέσα τέσσερις–πέντε μαζί, μιλούσαν, γελούσαν, αυτή όμως στράφηκε πρώτα στον καθρέφτη, μετά έριξε μια ματιά στο χώρο, και σταμάτησε σε μένα.

Δε με ξέρανε, δεν τις ήξερα. Το πρώτο φιλικό βλέμμα ήταν εκείνο το μισό δευτερόλεπτο που κοιταχτήκαμε, λίγο ντροπαλά, λες κι έκρυβε μέσα του κάτι που ίσα που αφήνει να το πιάσεις, και μετά φεύγει και γλιστράει. Απόψε, λέω μέσα μου, απόψε κάτι θα γίνει.

Απλή κοπέλα· με σκούρο τζιν, ένα λευκό μπλουζάκι που άφηνε τους ώμους λίγο πιο ελεύθερους, και μαλλί λυμένο γύρω από το πρόσωπο. Το γέλιο της, δυνατό, χωρίς ντροπή. Χάρηκα που δεν το ‘πνιγε, μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που είναι αυθόρμητοι.

Η ώρα περνούσε, κάποια στιγμή πιάσαμε κουβέντα. Κλασικό, με τις φίλες της, περαστικοί γνωστοί, έπεσε η συζήτηση πάνω σε μουσικές, σινεμά, κάτι τέτοια. Έκατσε λίγο ακριβώς απέναντί μου, στο απέναντι τραπέζι. Δεν ήξερα ούτε το όνομά της, αλλά όταν άκουγα τις λέξεις που διάλεγε, τον τρόπο που γυρνούσε τα δάχτυλά της γύρω από το ποτήρι, πώς με κοιτούσε όταν μιλούσε, λες κι απευθυνόταν μόνο σε μένα… ένιωσα να σφίγγεται το στομάχι μου. Δεν είναι πολύ εύκολα τα πράγματα, ειδικά σήμερα. Αλλά είχε κάτι το φυσικό, το ανοιχτό, λες και σε προκαλούσε να ρισκάρεις λίγο παραπάνω απ’ το συνηθισμένο.

Κοντά στο τέλος, σήκωσε τα μαλλιά της, έτσι απλά, και μίλησε στην παρέα της για το τσιγάρο. «Δεν βγαίνετε; Εγώ θέλω». Σηκώθηκαν όλοι, κάποιος είπε να αφήσουν τα πράγματά τους στα τραπέζια, αυτή με κοίταξε διακριτικά, «Έρχεσαι;» μου είπε, σα να γνωριζόμασταν καιρό. Σα να περίμενε να πω ναι.

Βγήκα έξω πρώτος, έκανε ψύχρα, και μέχρι να έρθει έκανα δυο βήματα πάνω κάτω, δήθεν χαλαρός. Την είδα να σκύβει να βάλει το παλτό της, και κάθησε δίπλα μου στη μαρμάρινη όψη του πεζοδρομίου. Άναψε τσιγάρο, μου πρόσφερε, αρνήθηκα αλλά πήρα αναπτήρα για να μην είμαι αμέτοχος.

Μιλήσαμε για εκείνη, για μένα, λίγο για δουλειές, για πράγματα ανούσια, και πίσω από κάθε της κουβέντα υπήρχε αυτή η άβολη ειλικρίνεια, μια χαραμάδα που ήθελες να τη δεις πιο καθαρά. Έπιανε τα μαλλιά της συνέχεια, σαν συνήθεια, και με κοίταγε παράλληλα, λίγο παιχνιδιάρικα, και στα μάτια της είδα κάτι που με ανατρίχιασε —ένα φως, μια τόλμη σχεδόν παιδική.

Το πρώτο άγγιγμα έγινε κατά λάθος, όταν ήθελε να μου δείξει κάτι στο κινητό της. Τα δάχτυλα της ακούμπησαν τα δικά μου ελαφριά, σχεδόν επίτηδες, τάχα να με βοηθήσει να δώ τα μηνύματα. Στα δικά μου τα χρόνια αυτά τα πράγματα τα καταλαβαίνεις, όπως μυρίζεις τη βροχή από μακριά πριν ξεσπάσει.

Γύρισαν γρήγορα, εκείνη έμεινε δύο, τρία λεπτά ακόμα μαζί μου έξω, το τσιγάρο της σχεδόν είχε σβήσει. Μπήκαμε ξανά. Ένιωσα μια περίεργη ανυπομονησία, εκείνη η ένταση που σου γαργαλάει τα μηνίγγια, που θες να ξεσπάσει. Επέστρεψε στη θέση της όμως και ήδη σχεδίαζαν οι υπόλοιποι να φύγουν. Δεν είχαμε τίποτε να ζητήσουμε απ’ τη νύχτα, έμοιαζε να λέει το βλέμμα της. Μόνο με κοίταξε, με σταμάτησε στον διάδρομο.

«Θέλεις να πάμε μια βόλτα ως το αυτοκίνητό μου;» με ρώτησε.

Δεν είπα όχι, τα βήματα μας μας πήγαν στη γωνία, εκεί που έχει ένα παλιό πορτοκαλί φως. Εκείνη ακούμπησε στην πόρτα του αμαξιού, τάχα μου ψάχνοντας στα κλειδιά της. Με μία απαλή, σχεδόν απρόσεκτη κίνηση έπιασε το χέρι μου. Ούτε αγκαλιά, ούτε φιλί. Έμεινα λίγο πίσω, την άφησα να διαλέξει πόσο κοντά. Ένιωσα τη ζέστη του κορμιού της τρυφερά, όχι βιαστικά, και τα χέρια της να ακουμπούν στο στήθος μου, όπως όταν δοκιμάζεις να βρεις αν περνάει το ρεύμα.

Εκεί, βουβοί, μόνο οι ανάσες να γεμίζουν το κενό, τις σκιές και τους ήχους του δρόμου, ήρθαμε ακόμη πιο κοντά. Ένιωσα το ρίγος στα μπράτσα μου, μια ζέστη να με καίει. Όλα γυρίσανε γύρω από το «αν», το «ίσως», το «τώρα». Την άφησα να ακουμπήσει το πρόσωπό της στον λαιμό μου, να εισπνεύσει σαν να ήμουν το σπίτι της. Χωρίς πολλά λόγια ανταλλάξαμε κάτι που δε χωράει σε φράσεις ή σε γραπτά.

Δεν φιληθήκαμε αμέσως. Το πρώτο σκύψιμο των κεφαλιών, η διστακτικότητα, οι γρήγορες ματιές στα χείλη, σαν να μετρούσαμε το θάρρος μας. Τα μάτια της με κοιτούσαν, ρωτούσαν, και εγώ της απάντησα χωρίς να μιλήσω. Εκεί κάπου αγγίχτηκαν τα χείλη μας, απαλά, όχι σαν να παίρνεις, αλλά σαν να δίνεις. Σαν να ‘θελε να μου δείξει κάτι για τον εαυτό της, κι εγώ να το αποδεχτώ.

Δεν άκουσα αυτοκίνητα, ούτε φωνές. Ο χρόνος κόλλησε μέσ’ στη νύχτα και, για λίγα λεπτά, ήταν σαν να έκλεισε ο κόσμος γύρω μας και να μείναμε μόνοι. Άναψε φώτα στα γύρω μπαλκόνια, την κοίταξα πάλι, χαμογέλασε πλατιά: «Καληνύχτα να μου πεις», μου είπε, «όχι ακόμα αντίο».

Περπάτησα προς το σπίτι σχεδόν ζαλισμένος. Όταν ξάπλωσα, τα χέρια μου είχαν ακόμη τη ζεστασιά εκείνης της στιγμής. Ήταν βραδιά που μένει. Μου ‘δωσε έναν τρόπο να πιστέψω λίγο παραπάνω στις ώρες που αλλάζουν απ’ το τίποτα σε κάτι.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like