Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η σιωπηλή νύχτα του Μπάμπη και της Χριστίνας

Δεν ήμουν ποτέ τύπος που κολλούσε σε καταστάσεις. Συνήθως όταν τελείωναν οι σχέσεις, κούναγα το μαντήλι, έπινα δύο μπύρες παραπάνω το Σάββατο, επέστρεφα στον καναπέ και παρακολουθούσα μπάλα σαν να μην έγινε τίποτα. Έτσι πίστευα για τον εαυτό μου – μέχρι που ήρθε στο μαγαζί μας η Χριστίνα, μια Δευτέρα προς το τέλος του χειμώνα.

Εκείνη τη μέρα είχε ψόφο. Καθόμασταν με τον Θανάση, τον ξάδερφό μου, και κάναμε λογαριασμούς. Άνοιξε η πόρτα με εκείνον τον μεταλλικό ήχο που σιχαίνομαι τα πρωινά, και μπαίνει μέσα ένα κορίτσι με μακριά μαλλιά, τα μάτια της να ψάχνουν, σαν να ‘χε περάσει απ’ όλο το Κερατσίνι πρώτα και να είχε αποφασίσει μόλις τώρα να πάρει ανάσα. Δεν γύρισα αμέσως να κοιτάξω – μήτε είχα όρεξη – αλλά μετά άκουσα το γέλιο της. Ήταν εκείνη η στιγμή που λες «κάπου έχω ξανακούσει αυτή τη φωνή», μα, να σου πω την αλήθεια, δεν είχα ακούσει ποτέ τέτοια φωνή. Είχε κάτι το φωτεινό.

Ήρθε για δουλειά, βοηθός πίσω απ’ το μπαρ, να βγαίνει καφέδες και σάντουιτς. Την πρώτη μέρα ήμουνα λίγο μαγκωμένος, όπως μας πιάνει τους άντρες σε τέτοιες φάσεις – έκανε εκείνη τα πρώτα αστεία, με κοίταγε παράξενα, σαν να διάβαζε τι τύπος είμαι και αν αξίζω να μου πει παραπάνω κουβέντα. Ένοιαζε παιχνιδιάρα, αλλά είχε κάτι σκοτεινό στα μάτια. Το κατάλαβα την άλλη μέρα, όταν καθίσαμε οι δυο μας μετά το κλείσιμο. Είχε κλείσει τα στόρια, έκανε τσιγάρο πάνω στο ψυγείο κι εγώ προσπαθούσα να καθαρίσω κάτι ποτήρια – αργά, να κερδίσω χρόνο.

– Να σου πω, μου λέει, εσύ κάθεσαι εδώ κάθε νύχτα μετά;
– Όχι πάντα, αλλά… καμιά φορά χρειάζεται. Εσύ;
– Εγώ πάντα καθόμουν κάπου όταν τελείωνε η μέρα μου. Θέλω να ησυχάζω λίγο πριν γυρίσω σπίτι. Δεν τα πάω καλά με τα άδεια δωμάτια.

Κάπου εκεί άρχισαν τα βράδια να τραβάνε. Όχι πως κάναμε κάτι το τρομερό – νερά, σκούπες, μα δε μιλούσαμε πολύ. Μα όταν μιλούσαμε, μας έπιανε ένα κάπως παράξενο πράμα. Τα χέρια μας μια-δυο φορές αγγίξανε στον πάγκο τυχαία κι έμειναν λίγο παραπάνω από το κανονικό. Κι όταν έφυγε κάποια νύχτα αργά, χωρίς να πει πολλά, άφησε το παλτό της πάνω σε μια καρέκλα. Δεν της το ‘πα ποτέ – μ’ άρεσε να το βλέπω εκεί.

Μια Παρασκευή, ενώ είχε πολλή δουλειά, η Χριστίνα σταμάτησε, με κοίταξε με αυτά τα μάτια της και ρώτησε αν φοβάμαι τη σιωπή. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω αμέσως. Να σου πω, κανείς δεν μου είχε πει τέτοια ερώτηση.

– Είναι πιο έντονη, καμιά φορά, απ’ τη φασαρία, συμπλήρωσα τελικά.
– Ναι – κάνει εκείνη και με πλησιάζει. – Μερικές φορές μ’ αρέσει να κάθομαι σε σιωπή με ανθρώπους. Να μην λέμε τίποτα, μόνο να νιώθουμε.

Εκείνη τη νύχτα, μετά το κλείσιμο, καθίσαμε και ήπιαμε ένα τσίπουρο. Ούτε πειράγματα, ούτε αστεία. Λίγα λόγια μόνο, και μετά σιωπή που δεν σε έπνιγε. Έκανα να απλώσω το χέρι μου πάνω στο τραπέζι… το άφησα ανάμεσα στα δικά της. Την ένιωσα να τρέμει λίγο, σαν να μην είχε αποφασίσει ακόμα αν έπρεπε να φύγει ή να μείνει.

Εγώ στο μεταξύ, άκουγα τι έλεγε η ανάσα της. Και είδα τα μάγουλά της να φουντώνουν – ήμασταν κι οι δυο άβολοι, αλλά ωραίοι μέσα στην αμηχανία. Εκεί έγινε η σπίθα – όταν πλησίασε λίγο παραπάνω κι έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου. Έμεινα ακίνητος, όλο το σώμα μου περίμενε μια της κίνηση, ένα μικρό νεύμα.

Τη φίλησα ανάλαφρα στο μέτωπο. Αυτή με κοίταξε, διάβασε όλα όσα δεν είπα – και ήρθε λίγο πιο κοντά, τα χείλη της στο αυτί μου.

– Να μην φύγεις απόψε, είπε σχεδόν ψιθυριστά.

Τα υπόλοιπα έγιναν σιγά, με τρόπο, χωρίς φωνές ή βιασύνες. Ήμασταν δυο άνθρωποι που παλεύανε με τον εαυτό τους να αφεθούν. Κοιταζόμασταν περισσότερο απ’ όσο μιλούσαμε. Τα χέρια δέθηκαν, τα κορμιά πήραν το θάρρος τους αργά – σαν να είχε όλη η νύχτα σταματήσει και δεν μας ενοχλούσε κανένας. Το φως του δρόμου μπαινόβγαινε από τα τζάμια πάνω στα πρόσωπά μας κι όλα έμοιαζαν αληθινά και ξένα μαζί.

Το ξημέρωμα βρήκε το μαγαζί ήσυχο, τα τραπέζια ακόμη στρωμένα από βραδύς, κι εμάς κουλουριασμένους σε μια γωνιά πίσω απ’ τον πάγκο, να μοιραζόμαστε μια κουβέρτα από αυτές που έχουμε για το κρύο.

Τελικά, δεν με νοιάζει αν τέλειωσε ή όχι εκείνο το βράδυ. Ούτε τι έγινε μετά. Μου έμεινε αυτή η σιωπή μας και το πώς γεμίσαμε ολόκληρη τη νύχτα σχεδόν χωρίς λόγια, μόνο με βλέμματα και τα τρεμάμενα δάχτυλά της.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μπάμπης.

You might also like