Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η παγωμένη Τετάρτη που έγινε το πρώτο μας φιλί

Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω να στα λέω. Ίσως επειδή σήμερα που τα θυμάμαι, όλα μοιάζουν σαν να έγιναν χτες, παρότι πέρασε χρόνος. Ίσως γιατί πάντα δυσκολευόμουν να βάλω τα λόγια στη σειρά όταν με έπνιγε το μέσα μου. Ήρθαν όλα κι έδεσαν επειδή δεν το περίμενα. Νομίζω γι’ αυτό είχε τόσο νόημα για μένα.

Ήταν μια Τετάρτη, τέλη Γενάρη. Κρύο του κερατά, από ‘κείνα τα βράδια που ό,τι κι αν φορέσεις δε φτουράει. Εγώ δούλευα ακόμα στον κούριερ, γυρνούσα σα σκύλος με το μηχανάκι στην πόλη όλη μέρα. Εκείνη την περίοδο, είχαν μείνει λίγα πράγματα που με κρατούσαν όρθιο. Ένα απ’ αυτά ήταν το καμαράκι μου κι οι μουσικές μου το βράδυ. Το άλλο, το πιο σημαντικό, ήταν εκεί, απέναντί μου, πολλές βραδιές, πότε στη στάση, πότε σ’ ένα συγκεκριμένο περίπτερο της γειτονιάς.

Την είχα προσέξει απ’ τα Χριστούγεννα σχεδόν. Ρούχα απλά, λίγο κοντά στο δικό μου στυλ. Πάντα μαύρα τζιν, μποτάκι και φαρδύ μαλλί. Τα μάτια της, όμως… μα το Θεό, δε χρειάζεται να στα λέω με ποιητικές λέξεις, όποιος τη δει, τα πιάνει αμέσως. Εκείνη τη βραδιά, ήρθε ταυτόχρονα με μένα στο περίπτερο. Ζήτησε τσιγάρα, της άνοιξε ο τύπος το ψυγείο να διαλέξει αναψυκτικό, και την ώρα που έσκυβε, πέσανε τα μάτια της πάνω μου απ’ τον καθρέφτη που ‘χει απέναντι. Κράτησε το βλέμμα. Πρώτη φορά δεν κοίταξα αλλού. Δεν ξέρω αν ήμουν θρασύς ή κουρασμένος, σίγουρα όμως περίεργος. Είχε κάτι που τραβούσε άνθρωπο.

«Ήθελες κάτι;» μου λέει χαμογελαστά, αλλά με στόμφο, όχι ντροπαλά. «Θέλω… αλλά δεν ξέρω αν πουλιέται,» της πετάω τελείως αυθόρμητα – και μου ‘ρθε να βάλω τα γέλια μόλις το άκουσα απ’ το στόμα μου. Εκείνη το’πιασε αμέσως το αστείο. Γέλασε. Δυνατά, κι έβαλε το χέρι στα μαλλιά της όπως πάντα.

Μου συστήθηκε, όνομα να μη σας πω, αλλά ας πούμε το λέγανε Έλενα. Με κέρασε ένα παγωμένο τσάι λεμόνι, λες κι έκανε ντάμι στον ψιλό. Βγήκαμε απ’ το περίπτερο μαζί, και χωρίς να ρωτήσει, έγειρε στον τοίχο δίπλα μου. Τα τσιγάρα άναψαν, η κουβέντα ξεκίνησε λίγο σπαστά στην αρχή. Πώς πάει η δουλειά, αν έχω αδέρφια, τι μουσικές ακούω – αλλά εκείνη δεν έκανε τυπικές ερωτήσεις, διάβαζε τον άνθρωπο απ’ τις σιωπές του, όχι απ’ τις λέξεις.

Κάπνιζα και ζεσταίνα τα χέρια μου απ’ τον αναπτήρα, εκείνη άφηνε κάθε τόσο τα δάχτυλά της να κατέβουν ως τη μέση, σαν να προσπαθούσε να θυμάται τι φοράει, μην γλιστρήσουν τα ρούχα. Η φωνή της χαμηλή, ψιθυριστή, με τρόμαξε λίγο. Της είπα για το καμαράκι μου και τα βινύλια που μαζεύω, γέλασε και μου είπε πως όποιος ακούει μουσική τέτοιες νύχτες, είναι ή παλαβός ή ποιητής. Της απάντησα πως μάλλον είμαι και τα δύο. Δεν ξέρω γιατί μου βγήκαν έτσι τα λόγια.

Απρόσμενα, μου ζήτησε να πάμε για λίγο βόλτα με τα πόδια. Προχώρησα μαζί της, δυο στενά στην πάνω γειτονιά, ανάβαμε τα τσιγάρα ένα πίσω απ’ τ’ άλλο χωρίς να μιλάμε πολύ. Εκεί, στη στροφή προς το σχολείο, χωρίς να πούμε συμφωνία, κάναμε στάση κάτω απ’ τις νεραντζιές. Έκανε χτύπο η καρδιά, σαν να περίμενε κι η βραδιά κάτι.

«Φοβάσαι τα πολλά λόγια;» με ρώτησε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Μόνο όταν λέω ψέματα,» της είπα, κι εκείνη με κοίταξε λοξά, σαν να έψαχνε σημάδι. Κοντοστάθηκα λίγο πιο κοντά της, όσο αντέχει ένας νορμάλ άνθρωπος πριν νιώσει το ηλεκτρικό απόσταση. Τα πρόσωπά μας ήταν κοντά – τόσο, που ένιωθα τη ζέστη της ανάσας ακριβώς πάνω μου.

Δεν έκανα πρώτος το βήμα. Εκείνη έσπρωξε ελάχιστα μπροστά. Η σιωπή δεν ήταν άβολο διάλειμμα – ήταν τρομερή μουσική, σα να έπεφτε πάνω μας μια κουβέρτα σιγουριάς. Το φιλί ήρθε σιγά, σχεδόν φοβισμένα. Εκείνη όμως, όχι αδέξια – αντίθετα, ήξερε πώς να κάνει τον άλλον να χαθεί λίγο, κι ας μην έχει προλάβει να καταλάβει καν τι νιώθει.

Τραβήχτηκε λίγο πίσω. «Κρύο πολύ… με τα φιλιά ζεσταίνεις;» με ρώτησε, μισογελώντας, ενώ τα μάτια της έλαμπαν λίγο αντανακλαστικά απ’ τις λάμπες του δρόμου. Έπιασα το χέρι της – πρώτο άγγιγμα, μόνο τα δάχτυλα, τίποτα παραπέρα – και της ψιθύρισα ότι αν δοκιμάσουμε, κάτι καλό θα βγει σίγουρα απόψε.

Δεν πήγαμε αμέσως σπίτι μου. Γυρίσαμε κι οι δυο στα δικά μας για λίγο. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά όση ώρα την περίμενα, δεν το αρνούμαι. Όταν άκουσα χτύπο στην πόρτα – σχεδόν τρεις το ξημέρωμα – ήξερα ότι θα είναι ή όλα ή τίποτα.

Μπήκε μέσα με τα παπούτσια, χιόνι στα μαλλιά, μάγουλα κόκκινα σαν παιδί. Άφησε τη σακούλα με τα δυο αναψυκτικά πλάι στο τραπεζάκι, κάθισε σταυροπόδι στο χαλί και με κοίταξε σαν να περίμενε να καθίσω κι εγώ εκεί, ίδιος μαθητής σε πρώτο ραντεβού. Άναψα μια λάμπα χαμηλά δίπλα στο παράθυρο μόνο. Όλα γίναν αργά – όχι γιατί φοβόμασταν, αλλά με τον τρόπο που αφήνεις κάτι να πάει όσο αντέχει το συναίσθημα, να μη χαλάσει η προσοχή.

Δεν υπήρχαν πολλά λόγια μετά. Άφησα ένα δικό μου τραγούδι να παίζει χαμηλό, και το φως να φτιάχνει σκιές στις γωνίες. Τα χέρια μας βρήκαν το δρόμο το ένα προς το άλλο, χωρίς να το σχεδιάσουμε. Στα μισά, κοίταζα τα δάχτυλά της να χαϊδεύουν τα δικά μου, σα να σιγουρεύεται ότι είμαι εκεί. Λίγα φιλιά ακόμα, με χέρια στα μαλλιά της, και το βλέμμα της να σταματάει πάνω μου – εκεί κράταγε όλη τη νύχτα. Έπειτα, το άρωμά της ανακατεμένο με τον καπνό και κάτι γλυκό απ’ το στόμα της, μου χάραξε στη μνήμη πώς μοιάζει ένα σπίτι που δε νιώθεις μόνος. Δε θα σου περιγράψω άλλα – δε χρειάζεται.

Ξημερώσαμε αγκαλιά, από εκείνες τις σιωπές που σου μαθαίνουν να μοιράζεσαι χώρο. Έσπαγε ο ήλιος στα ρολά και εκείνη φαινό

You might also like