Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η μαγιάτικη νύχτα που ξανάβρηκα τον εαυτό μου στο Περιστέρι

Θα πω λοιπόν κι εγώ τη δικιά μου ιστορία, χωρίς υπερβολές, έτσι όπως την έζησα, γιατί πάντα πίστευα πως τα ωραία της ζωής δεν είναι ούτε κραυγαλέα, ούτε μεγάλα, είναι αυτά που μένουν μέσα μας, που γεμίζουν το μυαλό σου σαν κάποιες φθινοπωρινές μυρωδιές, που σου ‘ρχονται ξαφνικά και ανατριχιάζεις χωρίς να ξέρεις γιατί.

Ήμουνα σαράντα τριών, λίγο κουρασμένος ψυχικά μπορώ να πω, σε φάση περίεργη, που λες λες «κάτι πρέπει να αλλάξει», αλλά δεν ξέρεις τι ακριβώς. Δούλευα κάθε μέρα, πίεση, ιστορίες, στο τέλος γυρνούσα σπίτι και απλώς καθόμουν βουβός. Ε, ώσπου ένα βράδυ, μέσ’ στον Μάη ήτανε, με τραβολογάνε κάτι φίλοι σε ένα παλιό μπαράκι στο Περιστέρι, ρετρό φάση και πολύς καπνός, το ‘χα να πιω καιρό έξω.

Δεν ήμουν και πολύ ομιλητικός εκείνο το βράδυ, κι αυτή την ώρα την ήξερα, εκεί κατά τις δωδεκάμισι που όλοι ή ήσουνα στα χάη σου ή καλά έπρεπε να ‘χεις φύγει. Κι όπως καθόμουν μπροστά στη μπάρα – πάντα με να μισογεμάτο ποτήρι και τα τσιγάρα δίπλα – την είδα. Ένα κορίτσι, κάπου στα τριάντα, με κάτι μάτια απ’ αυτά τα μελί τα φευγάτα, ντυμένη απλά, τζιν κι ένα μαύρο μπλουζάκι, τίποτα εξεζητημένο. Πολύ ήσυχη κι αυτή, σαν να χανόταν λιγάκι στην άκρη του μαγαζιού, με ένα βιβλίο στο χέρι που υποτίθεται διάβαζε, αλλά την έβλεπα που κοίταζε προς τα μένα, έτσι διακριτικά, με γρήγορες ματιές.

Ήτανε από κείνα τα βράδια που ο αέρας ηλεκτρίζει και δεν καταλαβαίνεις γιατί. Πρώτη φορά τόλμησα να της χαμογελάσω, εγώ που τα άφηνα πάντα όλα να μου ξαναφύγουν. Εκείνη αντέδρασε λες και περίμενε. Στάθηκε αμήχανα, κατέβασε το βιβλίο, και χωρίς πολλά-πολλά έρχεται, πιάνει το σκαμπό δίπλα μου, ξαφνιασμένη λίγο αλλά χαμογελαστή. Τη ρώτησα για το βιβλίο, γελάσαμε, το πράγμα πήγε μόνο του, κουβέντα στην κουβέντα, νιώθαμε σαν να γνωριζόμασταν από παλιά, από άλλη ζωή.

Η ώρα περνούσε κι εγώ έπιασα να παρατηρώ τα χέρια της – λεπτά δάχτυλα, φιλόξενα – να πλησιάζουν κάθε τόσο το ποτήρι της, αλλά και κάθε τόσο να αγγίζουν, έστω κατά λάθος, τον αγκώνα μου. Κι εκείνο το άγγιγμα ήταν σαν ρεύμα, σαν αστεράκια μέσα σε σκοτεινό δωμάτιο, λες και όλο το μπαρ είχε μείνει κενό, μόνο εμείς οι δυο. Δεν ήξερα καν αν θα μιλήσω άλλο, απλώς αφέθηκα στη σιωπή. Είχε τέτοια ατμόσφαιρα, με αυτά τα κομμάτια που βαρούσαν από πίσω, παλιές ελληνικές μπαλάντες, και κάθεται δίπλα μου να κοιτάμε και να γελάμε για ασήμαντα πράγματα, αλλά να λέμε τα πιο σημαντικά με χαμόγελα, μισές φράσεις και βλέμμα, χωρίς να το ξέρουμε.

Σηκωθήκαμε να φύγουμε σχεδόν ταυτόχρονα, εκεί κατά τις δύο. Έξω φύσαγε λίγο, είχε εκείνο το γλυκό κρύο Μάη που σου χαϊδεύει τα χέρια. Κατεβαίνοντας την πέτρινη σκάλα – θυμάμαι σαν χτες – σταθήκαμε, ξέρω γω, να χαιρετηθούμε, αλλά κανείς δεν έφευγε τελικά. Είχε μείνει μια ανάσα απόσταση και δεν έκανε κανείς το βήμα. Εγώ όμως, που πάντα έκανα πίσω, την κοίταξα βαθιά και είπα με δυνατή φωνή, «δε θέλω να τελειώσει απόψε έτσι». Εκείνη δεν απάντησε τίποτα. Μόνο μ’ έπιασε από το χέρι, σφιχτά, κι άρχισε να περπατάει δίπλα μου, σα να πηγαίναμε σε άγνωστη διαδρομή που όμως την ξέραμε κι οι δυο.

Δεν κάναμε κάτι σπουδαίο. Απλώς περπατήσαμε μέσα στη μαγιάτικη νύχτα, μιλάγαμε για τα πάντα και για το τίποτα, κάναμε βόλτες στις γειτονιές, και κάθε τόσο σταματούσαμε πάνω σ’ ένα πεζούλι: χωρίς ούτε ένα φιλί ακόμα, μόνο χέρια που σφίγγαν και φιλούσαν σχεδόν, χαμόγελα σιωπηλά, βλέμματα που λέγαν όσα δεν έλεγαν τα λόγια.

Άργησε πολύ να έρθει το πρώτο της φιλί, κι αλήθεια στο λέω, ήταν από κείνα τα πράγματα που τα περιμένεις μια ζωή – όχι γιατί είναι κάτι που σου λείπει σα πράξη, αλλά σαν βεβαίωση πως πατάς πάλι στη γη, πως ανασαίνεις. Μύριζε γλυκό καπνό και κάτι από άρωμα βανίλιας, ένιωσα λες και οι ώμοι μου είχαν φύγει, όλο το σώμα μου χαλάρωσε. Δεν ήθελα τίποτα παραπάνω εκείνη την ώρα, απλώς να μην σκέφτομαι τίποτα, ούτε δουλειές, ούτε λογαριασμούς, ούτε χρόνια.

Λίγο πριν χαράξει, με άφησε κάτω απ’ το σπίτι μου – δεν είπε κανείς τίποτα για «να βρεθούμε», ή «πάμε επάνω», ούτε τέτοια κόλπα, μόνο ένα γλυκό καληνύχτα, λίγο βραχνό και τρυφερό, και μια υπόσχεση που δεν ειπώθηκε, αλλά εννοήθηκε. Έκατσα στο πεζοδρόμιο να ξεκουραστώ κι ένιωθα να μου λείπει ήδη, σαν να είχαμε ζήσει πολλά μαζί κι είχαν μείνει όλα σε μία νύχτα.

Δεν ξερω αν φταίει το άγγιγμα, το βλέμμα, ή εκείνη η σιωπή. Ξέρω όμως πως εκείνη τη νύχτα κατάλαβα ξανά τί σημαίνει να θες κάποιον χωρίς να βιάζεσαι, να αφήνεις να γίνει το κάθε τι αληθινό, χωρίς πίεση. Ήτανε από αυτά τα βράδια που πάρθηκαν όλα με το ρυθμό της νύχτας. Η ιστορία αυτή δε χρειάστηκε φανταχτερό τέλος. Συνεχίστηκε με συναντήσεις, βόλτες, με λόγια κι αγγίγματα, και, κυρίως, με κείνη την πρώτη ανάσα που πήραμε μαζί στις σκοτεινές γωνιές του Περιστερίου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like