Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η βραδιά βροχής με τη Χριστίνα στο φως του ψυγείου

Ξέρεις, άμα με ρώταγες πριν δυο χρόνια αν θα μπλέξω έτσι με γυναίκα συνάδελφο, θα σου ‘λεγα “έλα ρε, άσε μας τώρα, εγώ τέτοια δεν κάνω”. Τι να σου πω, άδικα μεγάλες κουβέντες. Άλλο η πράξη, άλλο η θεωρία. Ειδικά άμα είναι από αυτές τις ιστορίες που σου σκάνε απ’ το πουθενά κι ούτε που ξέρεις από πού σου ρθε.

Δούλευα εκείνη την περίοδο σ’ ένα σούπερ μάρκετ στα Πατήσια, ρε φίλε. Ούτε τίποτα σπουδαίο, ούτε και αμελητέο, απλά μια δουλειά να βγαίνει το νοίκι και να περισσεύει κάτι για καμιά ταβέρνα με τα παιδιά τα Σάββατα. Ήμουν ταμείο, δέκα ώρες τη μέρα όρθιος, πελάτες όλοι τους στον κόσμο τους και τα αφεντικά να ζητάνε χαμόγελα. Εκεί ήτανε κι η Χριστίνα, τρία χρόνια μικρότερή μου, καινούρια ήτανε. Ξανθά μαλλιά, γλυκιά, με μάτια απ’ αυτά που δεν καταλαβαίνεις τι χρώμα είναι, αλλά σου μένουν στο μυαλό.

Η αλήθεια είναι πως στην αρχή ούτε που σκεφτόμουνα τίποτα. Ε, στη δουλειά είμαστε, λέω, πάμε παρακάτω. Εκείνη όμως, άλλο πράγμα. Από τους πρώτους μήνες άρχισε να μου μιλάει πιο ζεστά. Μικρά μικρά “καλημέρα”, “πώς πέρασες χτες”, “μήπως θες καφέ;”. Ξέρεις, εκείνα τα μικρά που σου ζεσταίνουν τη μέρα χωρίς να το καταλάβεις.

Όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισα να την παρατηρώ κι εγώ. Και τα σιωπηλά της χαμόγελα. Και το πώς με έβρισκε συνέχεια όταν πήγαινα να φάω τοστ στο διάλειμμα. Κάναμε πλάκα, λέγαμε ιστορίες από σπασμένα ράφια και κουτσομπολεύαμε το αφεντικό που μάτωνε για το ευρώ. Κοιταζόμασταν κάπως αλλιώς όσο περνούσε ο καιρός, το ένιωθα – ακόμη και το Μάριο το ‘χε πιάσει και μου ‘κλεινε το μάτι: “τα ‘χεις δει τα βλέμματα, ε;”.

Ήρθε μια μέρα που έβρεχε όλη μέρα – ακόμα το θυμάμαι. Ήταν Νοέμβρης, νύχτα έξω και το κατάστημα σχεδόν άδειο. Βάλαμε μαζί τα τελευταία γάλατα στο ψυγείο. Τότε – δε ξέρω πώς βγήκε – της είπα “Χριστίνα, αν θέλεις να σε πάω σπίτι, πες το, μην ψάχνεις ταξί τέτοια ώρα”. Απόρησε – λέει, “καλά, δεν έχεις να πας κι εσύ σπίτι σου;”. “Σπίτι θα πάω, κορίτσι μου, απλά λέω… αν θέλεις”. Της γλίστρησε ένα χαμόγελο κάτω από το φως του ψυγείου και ένιωσα, δεν ξέρω, κάτι σαν ρεύμα ανάμεσά μας.

Μπήκε στο αμάξι με το μπουφάν της βρεγμένο, έτριψε τα χέρια της. Ήμουν σιωπηλός πέντε λεπτά, δε μίλαγε ούτε αυτή, ακουγόταν μόνο το νερό στις ρόδες. Όταν μιλήσαμε επιτέλους, είπαμε τα πιο αστεία και απλά πράγματα που θα μπορούσε να πει κανείς. Αυτά με άγγιξαν πιο πολύ. Πόσο απλή και όμορφη ήτανε εκείνη τη μέρα.

Στην πολυκατοικία της, λίγο πριν βγει, γυρίζει και μου λέει: “Να έρθεις καμιά μέρα σπίτι να φάμε. Μακαρόνια ξέρω να φτιάχνω ωραία. Θες;”. Τώρα, δεν ξέρω αν το είπε έτσι, φιλικά, δεν ξέρω αν ήθελε παραπάνω. Εγώ όμως εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Σκέφτηκα εκείνο το βλέμμα. Αυτή τη σιωπή.

Περάσανε δυο βδομάδες σχεδόν. Κρατιόμουνα. Κι αυτή επίσης, φαινότανε να παίζει σ’ αυτό το τεντωμένο σκοινί της προσμονής. Ώσπου ένα βράδυ, την ώρα που όλοι φεύγανε από τη δουλειά, άργησε λίγο να φύγει. “Τι θα κάνεις απόψε;” μου λέει. “Τίποτα σπουδαίο”, απαντάω, τάχα αδιάφορος. Μου λέει χαμηλόφωνα “Έλα σπίτι…”.

Πήγα. Μόλις άνοιξε την πόρτα, μύριζε βασιλικός και άνιθος – η μακαρονάδα ήταν ήδη στη φωτιά. Ήπιαμε δυο ποτηράκια. Πιο πολύ μιλούσαμε με τα μάτια παρά με το στόμα. Θυμάμαι με τράβηξε κοντά στο παράθυρο, έξω ψιλόβρεχε πάλι, τα φώτα της πόλης σαν μισόκλειστα βλέφαρα. Έπιασε το χέρι μου χωρίς να το σκεφτεί. Τα δικά μου δάχτυλα χάιδεψαν τον καρπό της, τόσο διακριτικά που σχεδόν δεν άγγιξα το δέρμα της.

Πέρασε λίγη ώρα έτσι, με λόγια απλά, γέλια χαμηλόφωνα, κουταλάκια που χτύπαγαν σε ποτήρια. Ο χρόνος έμοιαζε να κόβεται φέτες – κάθε στιγμή πιο βαριά από την προηγούμενη. Η ένταση ανάμεσά μας φούντωνε, αλλά κανείς δεν βιαζόταν, όλα ήταν σαν ιεροτελεστία.

Σηκώθηκε, πήγε στο μπαλκόνι, άναψε τσιγάρο και το μοιράστηκε μαζί μου. Δεν έχω ξαναζήσει τέτοια σιωπή – ησυχία γεμάτη νόημα. Την κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα ότι ήθελε εμένα όσο ήθελα κι εγώ εκείνη. Την αγκάλιασα σιγά, αμήχανα στην αρχή, να βρούμε πού κουμπώνουν τα χέρια. Μετά, όλα βρήκαν τον δρόμο τους μόνα τους.

Η ροή της στιγμής, το βλέμμα της, το απαλό άγγιγμα, οι αγκώνες της στον λαιμό μου. Τραβούσε το πρόσωπό μου κοντά της, τα χείλη σιγά-σιγά, σαν να ήθελε να νιώσει πρώτα την ανάσα μου πριν με φιλήσει στ’ αλήθεια. Φιληθήκαμε ήρεμα, βαθιά, σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Δεν ξέρω πόση ώρα κλειστήκαμε στη σιωπή αυτή, ούτε πώς βρεθήκαμε ξαπλωμένοι να κοιτάμε το ταβάνι και να γελάμε χωρίς λόγο.

Όλο το βράδυ ένιωθα πως κρατάγαμε με προσοχή κάτι εύθραυστο. Όλες οι μικρές λεπτομέρειες —τα δάχτυλα που έψαχναν το δέρμα, το χαμόγελο που έσκασε απ’ τα χείλη της όταν τόνισα πόσο όμορφη είναι— μείνανε χαραγμένες.

Δεν ξέρω πού πήγαν μετά τα πράγματα, ούτε αν είχε “τέλος” αυτή η ιστορία, ούτε ψάχνω πια να το βρω. Αυτό που ξέρω είναι πως από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που ακούω βροχή, το πρώτο που μου ‘ρχεται στο μυαλό είναι εκείνο το βλέμμα της Χριστίνας στο φως του ψυγείου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παναγιώτης.

You might also like