Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνη η νύχτα του Στέλιου με τη Μαρία στη Θεσσαλονίκη
Δεν ήμουν ποτέ από αυτούς που μπλέκουν εύκολα. Ξέρεις τι εννοώ, να κοιτάς μια γυναίκα και να σου γυρνάνε τα μυαλά, να σε τραβάνε τα απαγορευμένα. Εγώ πάντα κράταγα χαρακτήρα, μετρημένος. Κι ας λένε οι φίλοι μου ότι είμαι ξενέρωτος, αδιάφορος. Μια ζωή να προσέχω τα βήματά μου, να μην εκτεθώ, να μην παρασυρθώ.
Όλα αυτά, μέχρι εκείνο το βράδυ του Αυγούστου στη Θεσσαλονίκη, που τα ξέχασα όλα. Είχαμε μαζευτεί με κάτι παλιούς συμφοιτητές για μπύρες. Ζέστη, δροσιά από τη θάλασσα, γέλια… Κάποια στιγμή, ήρθε κι εκείνη. Η Μαρία. Δεν την ήξερα καλά. Ήταν φίλη φίλης, από άλλη παρέα. Ψηλή, μελαχρινή, με βλέμμα βαθύ, σαν να έγραφε μέσα του ιστορίες που δεν σου τις λέει ακόμα.
Κάθισε απέναντί μου. Στην αρχή, ούτε που της μίλησα – μόνο κάτι αστεία, γενικές κουβέντες. Αλλά όποτε γελούσε, την ένιωθα να με κοιτάζει λίγο πιο πολύ από τους άλλους. Κι εγώ, ξέρεις, ένιωθα να μπερδεύομαι. Πήγαινα να πω κάτι, με κοίταζε κι έβαζα φρένο. Η φωνή της ήταν ήρεμη, χαμηλή, αλλά όποτε έλεγε τ’ όνομά μου – το Στέλιος το έκανε να ακούγεται αλλιώς.
Καθώς περνούσε η νύχτα, οι άλλοι σιγά-σιγά άρχισαν να σηκώνονται να φεύγουν. Μείναμε εφτά-οκτώ άτομα, μα όσο μίκραινε η παρέα, τόσο πιο πολύ την ένιωθα δίπλα μου. Κι ήρθε μια στιγμή που βρεθήκαμε μόνοι στο τραπέζι, με τις μπύρες μπροστά μας, να μιλάμε ψιθυριστά για χαζά και σοβαρά μαζί. Κοιτούσα τα μαλλιά της πώς πέφτανε στα μάτια της, τις κινήσεις των χεριών της, το πώς έπαιζε με το ποτήρι.
Δεν μιλάγαμε καν για ερωτικά. Αλλά εκείνη η σιωπή ανάμεσα στις κουβέντες μας ήταν πιο φορτισμένη από κάθε λέξη. Υπήρχε μια ένταση ανάμεσα στα βλέμματα. Εκεί που σταματούσα να μιλάω, κοίταζε λίγο κάτω, χαμογελούσε, κι έχανα τα λόγια μου. Ένιωθα την καρδιά μου να βαράει λίγο παράξενα, όχι δυνατότερα ακριβώς – αλλιώς, περίεργα, σαν να ήθελε να φύγει μπροστά.
«Πάμε μια βόλτα παραλία;» μου είπε ξαφνικά. Δεν το σκεφτήκαμε, ήπιαμε μονορούφι τα ποτά, κι αρχίσαμε να περπατάμε προς τη θάλασσα. Τα φώτα της πόλης πίσω μας χαμήλωναν, το κύμα έκανε ένα ήσυχο, σταθερό θόρυβο. Δεν μ’ άφησε να περπατάω δίπλα της – με τράβηξε απαλά από το μπράτσο, σαν να μου ‘λεγε χωρίς λόγια: μαζί.
Περπατήσαμε αρκετά έτσι, σιωπηλοί στην αρχή, ύστερα να μιλάμε για ό,τι μας έβγαινε – γονείς, δουλειές, λάθη, καταστραμμένα σαββατόβραδα, σχέσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Κάποια στιγμή, σταμάτησε απότομα μπροστά σ’ ένα παγκάκι και κάθισε. Έκατσα δίπλα της, σχεδόν ακουμπώντας την, αλλά όχι ακόμα. Είχε το βλέμμα της στο νερό, δεν με κοίταξε. Το χέρι μου, ξεκούραστο πάνω στο γόνατό μου, σιγά-σιγά ακούμπησε το δικό της. Δεν το τράβηξε.
Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα να ξεχνάω πού είμαι, ποιος είμαι, όλα. Το χέρι της ήταν ζεστό, τα δάχτυλά της έγιναν ένας κόμπος με τα δικά μου. Γύρισεσ προς το μέρος μου. Άλλη φάση. Τα μάτια της μέσα στη νύχτα είχαν μια λάμψη που δεν είχα ξαναδεί.
«Ξέρεις, ποτέ δεν μ’ άγγιξε κάποιος με τόσο φόβο και τόσο θάρρος ταυτόχρονα», μου είπε. Έσκυψα αργά προς το μέρος της, και πριν ακόμα την φιλήσω, ήξερα πως δεν θα ήμουν ποτέ ξανά ο ίδιος. Με φίλησε εκείνη πρώτη, μαλακά, αργά, αφήνοντάς μου μια ανάσα εκεί πάνω στα χείλη.
Δεν ξέρω πόση ώρα μείναμε έτσι. Ο χρόνος χανόταν, ήμασταν απλά δύο άνθρωποι που άφηναν για λίγο τις άμυνές τους έξω. Την πήρα αγκαλιά. Ένιωθα την ανάσα της στον λαιμό μου και κάτι μέσα μου ήθελε απλά να σταματήσει ο κόσμος να γυρνάει εκείνη τη στιγμή.
Μετά σηκωθήκαμε, χωρίς λέξεις, και περπατήσαμε ξανά, μέχρι που βρήκαμε ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στο Λευκό Πύργο. Δεν ξέρω ποιος το πρότεινε. Δεν ήθελα να τελειώσει η νύχτα εκείνη χωρίς να δώσουμε αυτό το κάτι παραπάνω που, όλη η διαδρομή μας μες στη σιωπή, το φώναζε.
Όλα κύλησαν αργά, με μια γλύκα που σε κάνει να μετανιώνεις για τις φορές που φοβήθηκες στη ζωή σου. Δεν θα πω λεπτομέρειες – δεν χρειάζεται. Αρκεί να πω πως όλη εκείνη η νύχτα ήταν σαν να ξαναγεννήθηκα για λίγο. Ήμασταν δυο άνθρωποι που ακουμπήσαμε ο ένας τον άλλον λίγο πιο αληθινά, λες και η καρδιά μας χτυπούσε σε κοινό ρυθμό.
Το πρωί, ξύπνησα και τη βρήκα να με κοιτάει χαμογελώντας. Δεν μιλήσαμε πολύ, απλά ανταλλάξαμε μια – δυο κουβέντες, πιο ειλικρινείς από ό,τι έχω πει ποτέ με λόγια. Το ξέραμε και οι δυο ότι δεν θα γινόταν σχέση αυτό, μια στιγμή ήταν, αλλά άξιζε όσο τίποτα.
Πήγαμε ο καθένας στο δρόμο του. Την έχασα μετά από λίγο από τα μάτια μου, αλλά εκείνο το βράδυ έμεινε μαζί μου. Όχι επειδή έγινε κάτι μεγάλο ή σοβαρό – επειδή, για μια φορά στη ζωή μου, αφέθηκα. Άφησα κάτι να με παρασύρει εκεί που ως τότε φοβόμουν να πάω.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στέλιος.
